9/27/13

Περπατούσα στο δρόμο και... (3)



Περπατούσα στον δρόμο και... ήμουν με το κεφάλι μου σκυμμένο και με το μυαλό μου να τρέχει σε χίλιες δύο σκέψεις όταν... αυτός ήρθε και στάθηκε ακριβώς μπροστά μου κόβοντας την ταχύτητά μου, σταματώντας την πορεία μου, εμποδίζοντάς με να προχωρήσω και υποχρεώνοντας με να σηκώσω το βλέμμα μου για να τον κοιτάξω.

Ήταν ένας άντρας γύρω στα σαράντα-σαρανταπέντε, απίστευτα γοητευτικός, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από το εντυπωσιακό του βλέμμα. Αλλά δεν τον γνώριζα... δεν είχα ιδέα ποιος ήταν... Εκείνος πάλι φαινόταν να με γνωρίζει... και σαν να διάβασε την σκέψη μου με ρώτησε... «Ποια είσαι;». Δεν μπορώ να πω ότι αυτή η ερώτηση με βοήθησε να καταλάβω τι συμβαίνει... Πιο πολύ σαν φιλοσοφικό ερώτημα μου ακούστηκε παρά σαν ερώτηση που θα μπορούσε να μου δώσει το οποιοδήποτε στοιχείο για αυτόν που έχω απέναντί μου. Τον κοίταξα ερωτηματικά και εκείνος ρώτησε ξανά μια διαφορετική ερώτηση «Εσύ είσαι;». Εμένα το μυαλό μου είχε σταματήσει γιατί το όλο σκηνικό μου φαινόταν σουρεαλιστικό. Ένας ξένος στεκόταν μπροστά μου και με ρώταγε αν είμαι εγώ. Δεν είχα ιδέα τι υποτίθεται πως έπρεπε να απαντήσω... Και τότε εκείνος είπε ερωτηματικά το όνομά μου... Το δικό μου όνομα... και ήξερα πως υπήρχε μόνο μία απάντηση... Ήμουν εγώ. Γιατί δεν έχω και κανένα συνηθισμένο όνομα που να μπορεί απλά να το μαντέψει ο άλλος... Και, βλέποντας την έκπληξη στο βλέμμα μου, αναγνωρίζοντας ότι εγώ είμαι αυτή που νόμιζε ότι είμαι αφού ακούω στο συγκεκριμένο όνομά, εκείνος επανέλαβε ενθουσιασμένος και χωρίς ερωτηματικό πια «Εσύ είσαι!».

Και ξαφνικά άλλαξε έκφραση και άρχισε ένα ασταματήτο κατεβατό λέξεων που παρόμοιο του δεν έχω ακούσει ποτέ στην ζωή μου... Έχω την αίσθηση ότι κράτησε αιώνες αλλά τελικά πρέπει να ήταν δέκα με δεκαπέντε λεπτά κανονικού χρόνου. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω πώς ξεκίνησε αυτός ο μονόλογος αυτού του ξένου για εμένα ανθρώπου.

«Ντροπή σου, Ντροπή σου, Ντροπή σου...»

Πρέπει να είπε τουλάχιστον με είκοσι διαφορετικούς τρόπους τις συγκεκριμένες λέξεις... Σε σημείο που πραγματικά άρχισα να νιώθω ντροπή χωρίς να ξέρω γιατί... προσπαθούσα να καταλάβω τι συνέβαινε, ποιος ήταν και γιατί μου μιλούσε έτσι... Δεν ήταν κάποιος φίλος, δεν ήταν κάποιος γνωστός, δεν ήταν κάποιος εραστής, δεν ήταν κάποιος συγγενής, δεν ήταν κάποιος δάσκαλος, δεν ήταν κάποιος συμμαθητής, δεν ήταν κανένας που να θυμόμουν να έχω γνωρίσει ή έστω να έχω δει κάπου, κάπως, κάποτε... Ειλικρινά δεν είχα ιδέα... Ποιος ήταν αυτός που μου μιλούσε έτσι όπως δεν μου έχουν μιλήσει ποτέ στην ζωή μου; Αυτός συνέχιζε να μιλάει χωρίς να σταματημό... και αποφάσισα να εστιάσω σε αυτά που λέει μήπως και καταφέρω να βγάλω καμιά άκρη...

«... Δεν το πιστεύω! Ειλικρινά, δεν το πιστεύω! Έχω εκνευριστεί μαζί σου! Έχω θυμώσει! Είσαι απαράδεκτη! Είσαι πραγματικά Α-ΠΑ-ΡΑ-ΔΕ-ΚΤΗ! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι! Ντροπή, ντροπή, ντροπή! Δεν είναι συμπεριφορά αυτή! Δεν το περίμενα από εσένα... Να ηττηθείς... Γιατί αυτό έγινε ηττήθηκες... Και μην μου πεις πως δεν ηττήθηκες... Ηττήθηκες. Έδωσες την μάχη σου και αντί να ξανασηκωθείς έμεινες κάτω! Εσύ! ΕΣΥ από όλους τους ανθρώπους! Επέλεξες να μείνεις κάτω! Γιατί όλοι το ξέρουμε πως αν σηκωνόσουν θα έδινες την καλύτερη μάχη που έδωσες μέχρι τώρα! Α, ναι, αυτό όλοι το ξέρουμε, ακόμα κι εσύ... Αλλά όχι... Έμεινες κάτω... ΕΣΥ από όλους τους ανθρώπους επέλεξες να μείνεις κάτω! Γιατί ήταν επιλογή! Το επέλεξες! Το Ε-ΠΕ-ΛΕ-ΞΕΣ! Δεν υπάρχει περίπτωση εσύ, ΕΣΥ, να μην είχες την δύναμη να ξανασηκωθείς! Εσύ πάντα ξανασηκωνόσουν! Πάντα έβρισκες τρόπο να σηκωθείς! Πάντα στεκόσουν όρθια! Έβρισκες τρόπους και απλά σηκωνόσουν! Περίμενα περισσότερα από εσένα... Α, ναι, περίμενα πολλά πολλά περισσότερα... Νόμιζα πως εσύ θα τα κατάφερνες... Από όλους τους ανθρώπους νόμιζα πως ΕΣΥ θα τα κατάφερνες... Να μην απογοητευτείς... Να μην επηρεαστείς... Από τους άλλους! Πώς είναι δυνατόν εσύ, ΕΣΥ, να άφησες να εισβάλλουν οι άλλοι στο μυαλό και στην ψυχή σου; Πώς το επέτρεψες να γίνει αυτό; Δεν είχες κανένα να σε στηρίξει γύρω σου; Δεν υπήρχε ούτε ένας να σε υποστηρίξει; Και δεν υπήρχε ούτε ένας άλλος να σε ταρακουνήσει και να σου πει... «Δεν έχεις δικαίωμα να τα παρατήσεις! Για εσένα δεν υπάρχει η επιλογή του να παραιτηθείς!». Και ακόμα και αν δεν είχες κανέναν, ακόμα και τότε, τι σημασία έχει;, εσύ πάντα έβρισκες την δύναμη από μέσα σου! Δεν είχες ανάγκη κανέναν άλλον να σε στηρίξει ή να σε υποστηρίξει! Πού πήγε η εσωτερική σου δύναμη; Πού πήγε η ασυμβίβαστη γενναιότητά σου; Τι σου συνέβηκε; Τι έγινε; Τι σου έκαναν; Τι άφησες να σου κάνουν; Γιατί τους άφησες να σου το κάνουν; Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία! Δεν θέλω να ακούσω τίποτα! Δεν υπάρχει κάτι που να με κάνει να πιστέψω πως έγινε κάτι αρκετά ισχυρό για να τα παρατήσεις. Είσαι αδικαιολόγητη! Είσαι αδιόρθωτη! Είσαι... κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο είσαι! Σκέφτηκες πόσο κακό κάνεις στους γύρω σου; Υπάρχουν άνθρωποι που ήσουν η ελπίδα τους, άνθρωποι που είχαν αρπαχτεί από εσένα, τους έδινες κουράγιο να συνεχίσουν, να αγωνιστούν, ήσουν η απόδειξη πως γίνεται να υπάρξει και κάτι άλλο και κάτι διαφορετικό... Και εσύ τι έκανες για αυτούς; Όχι, πες μου! Τους σκέφτηκες; Όχι, δεν τους σκέφτηκες! Τους απογοήτευσες; Ναι, τους απογοήτευσες! Αυτό έκανες. Μας απογοήτευσες! Με απογοήτευσες! Και δεν το πιστεύω ότι εσύ, ΕΣΥ από όλους τους ανθρώπους, με απογοήτευσες! Όχι, εσύ ήσουν προορισμένη να μην με απογοητεύσεις, εσύ ήσουν προορισμένη για τα μεγάλα, εσύ... »

Εγώ τον κοιτούσα με παραξενεμένα μάτια... Εκείνος συνέχιζε και συνέχιζε και δεν έλεγε να σταματήσει... Λες να ήταν... η φωνή της συνείδησής μου; Άρχιζα να τρελαίνομαι! Αυτό ήταν... Ξέρω πως η φαντασία μου είναι πλούσια αλλά όχι και έτσι... Αυτός έμοιαζε τόσο αληθινός... αλλά μήπως δεν ήταν;... Ποιος θα μπορούσε να μου τα λέει όλα αυτά αν όχι ο έαυτός μου... Πήρα μια ανάσα και ξεκίνησα να φύγω γιατί ήμουν σίγουρη πως θα συναντούσα μόνο τον αέρα.

Αλλά έπεσα επάνω του. Έκανα ένα βήμα πίσω. Έκανα λάθος. Δεν ήταν αέρας. Δεν ήταν πλάσμα της φαντασίας μου. Ήταν αληθινός με σάρκα και οστά. Με σώμα και φωνή. Μια θυμωμένη δυνατή φωνή η οποία συνέχιζε να απευθύνεται σε εμένα... Το κεφάλι μου άρχισε να πονάει από τις φωνές... Ήμουν απεγνωσμένη... Δεν ήξερα τι να κάνω!

«Α, όχι, δεν θα σε αφήσω να φύγεις τώρα! Όχι, έτσι! Τόσο απλά! Να φύγεις! Άκου να φύγεις! Τώρα που σε βρήκα; Τώρα που σε βρήκα θα μείνεις εδώ! ΕΔΩ! Και θα τα ακούσεις. Θα τα ακούσεις όλα μέχρι το τέλος! Όλα όσα έχω να σου πω! Και θα τα ακούσεις ξανά και ξανά και ξανά μέχρι να τα εμπεδόσεις. Μέχρι να τα κατάλαβεις. Μέχρι να τα αισθανθείς! Ντροπή σου, ντροπή σου, ντροπή σου! Και ξανά ντροπή σου! Σε παρακολουθώ χρόνια! ΧΡΟΝΙΑ! Πάνω από δέκα χρόνια! Βλέπω την πορεία σου... Να μεγαλώνεις, να ωριμάζεις, να εξελίσσεσαι! Και μετά τι; Ξαφνικά τι αποφασίζεις να κάνεις; Να κρυφτείς στο καβούκι σου; Να εξαφανιστείς από προσώπου γης; Να μείνεις στην γωνίτσα σου; Να κλειστείς στην μοναξιά σου; Όχι, πες μου, τι προσπαθείς να κάνεις; Να φύγεις; Πάλι να φύγεις; Να πας πού; Να κάνεις κάτι άλλο; Κάτι που δεν σου αρέσει; Κάτι που δεν αγαπάς; Τι προσπαθείς να κάνεις; Να πνίξεις αυτό που είσαι; Από πού και ως πού μετά από τόσα χρόνια προσπάθειας αποφασίζεις πως αυτή η προσπάθεια ήταν αρκετή; Βάλε το καλά στο μυαλό σου! ΠΟΤΕ δεν είναι αρκετή η προσπάθεια! ΠΟΤΕ δεν σταματάει! Αυτή είναι η ζωή! Πρέπει να αγωνίζεσαι συνέχεια! ΣΥΝΕΧΕΙΑ! Δεν υπάρχει διακοπή στην προσπάθεια, δεν υπάρχει διάλειμμα στην ζωή! Αλλά ξέρω τι έγινε! Είμαι σίγουρος πως δεν έχεις καταλάβει ούτε εσύ η ίδια την αξία σου! Πες μου, την έχεις καταλάβει; Την αξία σου; Την γνωρίζεις; Πιστεύεις ότι είσαι κάτι συνηθισμένο; Κάτι που το συναντάμε συνέχεια και συχνά; Ρώτησε και εμένα! Έχω γνωρίσει τόσους ανθρώπους! Δεν είσαι κάτι συνηθισμένο! Αλλά εσύ συνέχεια θέλεις να πηγαίνεις κόντρα στην φύση σου! Αυτό το μη συνηθισμένο για κάποιο λόγο το αρνείσαι. Το κλωτσάς! Το πολεμάς! Θα ήμασταν όλοι πολύ καλύτερα αν απλά αποδεχόσουν πως η πραγματικότητα είναι πως είσαι κάτι σπάνιο και αν υποστήριζες αυτήν την σπάνια σπανιότητά σου και την διαφορετική διαφορετικότητά σου με όλες σου τις δυνάμεις! Με ακούς; Με ΟΛΕΣ σου τις δυνάμεις! Μην γυρνάς το βλέμμα! Σου μιλάω! Εσύ είσαι αυτή που πρέπει να επενδύσεις πρώτα σε εσένα! Το ξέρεις αυτό έτσι; ΕΣΥ! Όχι, κάποιος άλλος... Και θα περάσει όλη σου η ζωή μέχρι να το καταλάβεις. Ε, λοιπόν, σου το λέω εγώ τώρα! Αξίζεις πολύ! Κοίταξέ με! ΑΞΙΖΕΙΣ! Και δεν έχεις κανένα δικαίωμα να τα παρατάς! Πρέπει να είσαι συνέχεια παρούσα! Συνέχεια εδώ! ΕΔΩ! Να κάνεις αισθητή την παρουσία σου! Και όχι να απουσιάζεις! Άκου να απουσιάζεις! ΕΣΥ να απουσιάζεις! Έχω δει τι μπορείς να κάνεις! Έχω δει για τι είσαι ικανή! Και δεν το έχω ξαναδεί αυτό σε κανέναν... Ξέρω ποια είσαι! Με καταλαβαίνεις; ΞΕΡΩ ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ! Ξέρω τι μπορείς να κάνεις... Ξέρω τι μπορείς να γίνεις... Ξέρω... Αλλά δεν έχει σημασία τι ξέρω εγώ... Σημασία έχει τι ξέρεις εσύ! Και τι ξέρεις εσύ; Μπορείς να μου πεις τι ξέρεις εσύ; Τίποτα! Τίποτα δεν ξέρεις. Για αυτό συμπεριφέρεσαι έτσι! Γιατί δεν έχεις καταλάβει τίποτα. Ντροπή σου, ντροπή σου, ντροπή σου! Εσύ, ΕΣΥ από όλους τους ανθρώπους, θα έπρεπε να ξέρεις καλύτερα! Εσύ... »

Και συνέχιζε και συνέχιζε παθιασμένος να φωνάζει...

Και εγώ έκλεισα για μια στιγμή τα μάτια μου για να συγκεντρωθώ σε εμένα. Είχα έρθει εξ απροόπτου και ήταν σαν να μου έχουν κλέψει την φωνή. Προσπάθησα για λίγο να μην τον ακούω και τα κατάφερα. Τι συνέβαινε; Τι μου συνέβαινε; Μα ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ποιος ήταν; Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα. Ήθελα να φύγω, να τρέξω, να εξαφανιστώ... Αλλά για μια στιγμή; Γιατί να θέλω να φύγω, να τρέξω, να εξαφανιστώ; Δεν έκανα κάτι κακό... Έκανα κάτι κακό; Γιατί ένιωθα ντροπή; Γιατί ένιωθα ενοχές; Για μια στιγμή! Εκείνος με έκανε να νιώθω άσχημα! Εκείνος με έκανε να νιώθω άβολα! Και δεν ήξερα καν ποιος είναι! Ένιωθα την φωνή μου να έρχεται ξανά στην επιφάνεια. Ήξερα τι συμβαίνει. Τι μου συμβαίνει. Αυτός ο άνθρωπος εμφανίστηκε από το πουθενά και με έκανε να αισθανθώ άσχημα... Ήταν ο τρόπος που μου μίλαγε... Ναι! Ήταν ο τρόπος του! Μου φώναζε! Μου φώναζε τόσο πολύ! Ήθελα να με καταπιεί η γη και εκείνος ήταν αυτός που άνοιγε την γη κάτω από τα πόδια μου... Άκουσα ξανά την φωνή του ενώ εκείνος δεν είχε σταματήσει καθόλου να μιλάει... Μια φράση του μου τράβηξε την προσοχή...

«Έχω δει όλες σου τις παραστάσεις...»

Αυτό ήταν, λοιπόν! Είχε δει όλες μου τις παραστάσεις!! Αυτός που μου μιλούσε... Ήταν κάποιος που είχε δει όλες μου τις παραστάσεις!!! Ήταν ένας θεατής!!!!! Άνοιξα τα μάτια μου, τον κοίταξα κοκκινισμένη γιατί είχα αρχίσει και εγώ να εκνευρίζομαι, με ένα βλέμμα που ενώ ήταν αρκετά τρομαχτικό εκείνος δεν το κατάλαβε αφού απλά, χωρίς να μου δώσει ιδιαίτερη σημασία, συνέχιζε και συνέχιζε ... συνέχιζε δηλαδή να συνεχίζει...

«... Με ακούς; Έχω δει ΟΛΕΣ σου τις παραστάσεις! Ο Λ Ε Σ! Από την πρώτη μέχρι την τελευταία! Δεν έχω αφήσει ούτε μία να μου ξεφύγει! Ούτε μία! Κάθε φορά σε ψάχνω, σε αναζητώ να δω πού θα βρίσκεσαι. Και δεν ήταν καθόλου εύκολο για εμένα να σε βρίσκω κάθε φορά... Πραγματικά πρέπει να κάνεις κάτι με αυτό! Δεν είναι δυνατόν εσύ να κάνεις παράσταση και να μην μπορεί να το μάθει κάποιος που θέλει να σε δει! Άλλο θέμα αυτό... Κάτι πρέπει να κάνεις με την προώθησή σου! Κάπως πρέπει να βγεις προς τα έξω. Κάτι πρέπει να κάνεις με τις δημόσιες σχέσεις σου... Ξέρω, ξέρω δεν τις συμπαθείς... Αλλά είναι και αυτό μέρος της διαδικασίας... Είσαι αντικοινωνική, το έχουμε καταλάβει... Είσαι απροσάρμοστη, το έχουμε καταλάβει... Αλλά μερικά πράγματα πρέπει να τα κάνει κάνεις... Μερικά πράγματα... Τέλος πάντων, αυτό είναι άλλο θέμα... Έστω, στραβά κουτσά, κάπως σε βρίσκαμε πριν! Τα τελευταία χρόνια; Τι έγινε; Πες μου, τι έγινε; Πού είσαι; Πού χάθηκες; Δεν σε βρίσκω πουθενά. Και ξέρεις πόσο με πονάει αυτό; Έχεις καμία ιδέα πόσο πολύ με πονάει; Το να μην σε βρίσκω! Εσύ θα έπρεπε να φροντίζεις να βρίσκεσαι παντού όχι πουθενά! Δεν είναι δυνατόν, εσύ, ΕΣΥ από όλους τους ανθρώπους, να είσαι αυτή που δεν βρίσκεται πια. Υπάρχουν τόσα και τόσα γύρω μας. Και εσύ δεν θα έπρεπε να είσαι καν μέσα σε αυτά, θα έπρεπε να είσαι πέρα από αυτά! Θα έπρεπε να δίνεις την δυνατότητα της επιλογής στους ανθρώπους να σε δουν! Η δική σου δημιουργία έχει μια ανθρωπιά που σπάνια βρίσκεται, μια ποιότητα που δύσκολα ανακαλύπτεται! Μια αξιοπρέπεια!!! Δεν έχω δει κάτι παρόμοιο ξανά πάνω στην σκηνή... Και έχω δει πολλά πράγματα πάνω στην σκηνή... Πάρα πολλά... Αλλά εσύ... Δεν μπορώ να το περιγράψω... Για εμένα είσαι... Αλλά δεν έχει σημασία τι είσαι για εμένα... Σημασία έχει τι είσαι για εσένα... Τι είσαι για εσένα; Πες μου, λοιπόν, τι κάνεις με το ταλέντο σου; Όχι, να μου πεις... Τι κάνεις με το ταλέντο σου; Σε ρωτάω! Μην κοιτάς κάτω. Εδώ! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ ΣΟΥ; Αποφάσισες έτσι απλά να το χαραμίσεις; Προσπαθείς να το παραμερίσεις, να το ξεχάσεις, να το θάψεις; Έχεις καταλάβει πόσο είναι το ταλέντο σου; Πώς αντέχεις να το βάζεις στην άκρη; Πώς ανέχεσαι το να μην κάνεις τίποτα με αυτό; Να μην κάνεις τίποτα για αυτό; Η τέχνη σου είναι...»

Και με το που άκουσα την λέξη τέχνη σαν να πατήθηκε ένα κουμπί μέσα μου άκουσα την φωνή μου να βγαίνει κατευθείαν από τα βάθη της ψυχής μου, μια φωνή που δεν ξέρω αν έχω ξανακούσει ποτέ στην ζωή μου, βαθιά, δυναμική, σίγουρη αλλά και επιθετική, ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ, εγώ, ΕΓΩ από όλους τους ανθρώπους, όπως έλεγε και ο άνθρωπος απέναντί μου, ήμουν ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ!

Και μόνο το ύφος μου τον έκανε να σταματήσει απότομα και τώρα εγώ ήμουν αυτή που μίλαγε και μίλαγε και συνέχιζε και συνέχιζε χωρίς να μπορεί να σταματήσει... Προσπαθούσα να μετριάσω τον θυμό μου... Αλλά τον ένιωθα να με γεμίζει... Προσπαθούσα να ηρεμήσω την φωνή μου... αλλά την ένιωθα να με ξεπερνάει... και να κάνει τα δικά της... Απλά μίλαγα και μίλαγα και μίλαγα... και φώναζα; Δεν μπορώ καν να θυμηθώ αν φώναζα... Ένιωθα την οργή... Αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ αν φώναζα... Έτσι κι αλλιώς η φωνή μου μου ακουγόταν περίεργη οργισμένη... Δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτό που άκουγα ήταν συγκρατημένη οργή ή μη συγκρατημένος πόνος... Απλά συνέχιζα και συνέχιζα και συνέχιζα... με σπασμένη φωνή που δεν ένιωθα να μπορώ να την ορίσω... Και συνέχιζα και συνέχιζα... συνέχιζα δηλαδή να συνεχίζω...

«Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Όχι, πες μου, εσύ, πες μου, ποιος νομίζεις ότι είσαι; Με ποιο δικαίωμα μου μιλάς έτσι; Δεν μου έχει μιλήσει ποτέ κανείς έτσι! Και όταν λέμε ποτέ, το εννοούμε! ΠΟΤΕ! (Α, ναι, σε αυτό το σημείο με θυμάμαι να φωνάζω... Άρα... Φώναζα!) Νομίζεις πως έχεις δικαίωμα να με κρίνεις; Ξέρεις ποια είμαι; Έχεις ιδέα ποια είμαι; Ξέρεις ποια είναι η ζωή μου; Έχεις ιδέα ποια είναι η ζωή μου; Πώς μπορείς, λοιπόν, να στέκεσαι απέναντί μου και να μου μιλάς με αυτόν τον τρόπο και με αυτόν τον τόνο χωρίς να με γνωρίζεις; Να μου φωνάζεις; Στην μέση του δρόμου; Να μου ΦΩΝΑΖΕΙΣ; Το ότι είδες μερικές παραστάσεις μου νομίζεις πως σου δίνει το δικαίωμα να με κρίνεις; Να μου ασκείς κριτική;! Κάθεσαι σε μία καρέκλα με την ασφάλεια του θεατή και νομίζεις πως έχει το δικαίωμα να πυροβολήσεις τον καλλιτέχνη; Ή, ίσως, ακόμα χειρότερα, να στοχεύσεις τον άνθρωπο; Ξέρεις τους λόγους που με οδήγησαν να «εξαφανιστώ;»; Πες μου! Τους ξέρεις; Γνωρίζεις μήπως τις συνθήκες που με οδήγησαν στο να πάρω τις αποφάσεις μου και τις αποστάσεις μου; Πες μου! Τις γνωρίζεις; Αλλά όχι... Τώρα δεν ξέρεις να πεις τίποτα ε; Τίποτα! Όταν δεν μιλάει αυτός που έχεις απέναντί σου είναι πιο εύκολα τα πράγματα ε; Ε, λοιπόν, μάθε πως συνήθως μιλάω! Απλά εσύ με έπιασες εξ απροόπτου και δεν ήξερα τι να πω! Όχι, γιατί δεν είχα τι να πω! Έχω πολλά να πω. Πάρα πολλά. Αλλά δεν ξέρω αν έχει νόημα ή αν αξίζει να τα πω σε εσένα! Σε ΕΣΕΝΑ. Βλέπεις, ξέρω κι εγώ να φωνάζω! Εσύ, ΕΣΥ από όλους τους ανθρώπους, όπως λες και εσύ, δεν έχεις κανένα δικαίωμα να με κρίνεις! Όπως βλέπεις... Και να ειρωνεύομαι μπορώ! Απλά ΕΠΙΛΕΓΩ να μην το κάνω! Συνήθως, επιλέγω να μην το κάνω! Επιλέγω να μην φωνάζω, επιλέγω να μην ειρωνεύομαι! Τώρα το κάνω επειδή με έφτασες στα όριά μου! Και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να με φέρνει στα όριά μου! Και, κυρίως, εσύ! ΕΣΥ από όλους τους ανθρώπους! Είσαι ένας άγνωστος!!! Να σου το συλλαβίσω; Α – ΓΝΩ – ΣΤΟΣ! Με είδες μερικές φορές από την θέση του θεατή και νομίζεις πως αυτό σε τοποθετεί στους ανθρώπους που μπορούν να μου ασκούν τέτοιου τύπου κριτική, να μου μιλάνε έτσι; Κανένας δεν μπορεί να μου μιλάει έτσι! Ούτε οι γνωστοί μου! Πόσο μάλλον οι άγνωστοι! Πόσο μάλλον εσύ! Και πώς μπορείς εσύ, να μου μιλάς για το ταλέντο; Για το ταλέντο μου; Πώς μπορείς εσύ να μου μιλάς για την σχέση ΜΟΥ με το ταλέντο ΜΟΥ; Νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα; Νομίζεις ότι με ξέρεις; Νομίζεις ότι ξέρεις καλύτερα από εμένα το ποια είμαι; Νομίζεις ότι ξέρεις καλύτερα από εμένα το τι μπορώ να κάνω; Νομίζεις πως εσένα σε πονάει περισσότερο από εμένα το ότι εγώ βρίσκομαι εκτός σκηνής; Νομίζεις πως εσύ είσαι αυτός που πονάει; Κοίταξε την εικόνα μου και πες μου ποιος από τους δυό μας είναι αυτός που πονάει; Και δεν το πιστεύω ότι κλαίω τώρα! Κλαίω μπροστά σου! Μπροστά σε έναν άγνωστο! Κανείς δεν με έχει κάνει να κλαίω έτσι ξαφνικά! Νομίζω είναι ο εκνευρισμός! Μου έρχεται να ουρλιάξω! Με έχεις εκνευρίσει πάρα πολύ. Αλλά, όχι, δεν θα φύγω για να σου το κάνω εύκολο. Θα μείνω εδώ και θα συνεχίσω να μιλάω κλαίγοντας μπροστά σου. Γιατί αυτό που βλέπεις δεν είναι εκνευρισμός είναι πόνος! Την ξέρεις την λέξη; ΠΟΝΟΣ! Θέλεις, λοιπόν, να μάθεις τις συνθήκες που με οδήγησαν στο να απομακρυνθώ; Να! Αυτές είναι εδώ μπροστά σου! Θέλεις, λοιπόν, να μάθεις τους λόγους που με οδήγησαν; Αυτοί είναι εδώ μπροστά σου! Σου είναι αρκετοί ή θέλεις κι άλλους; Χρειάζεσαι μήπως ανάλυση; Να σου πω τι θέλει να πει ο ποιητής πίσω από τις λέξεις; Θέλεις να σου εξηγήσω αυτό που συμβαίνει τώρα; Να σου το ζωγραφίσω; Αυτήν την εικόνα; Ή σου είναι αρκετή; Γιατί αν θέλεις μπορώ να το πάω πολύ πιο βαθιά. Α, ναι, αυτό είναι σίγουρο. Μπορώ να το τραβήξω το σκοινί όσο θέλεις. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να μιλήσω. Κανένα απολύτως πρόβλημα. Και να μιλήσουμε για την ουσία και όχι για την επιφάνεια. Έχεις την δύναμη να ακούσεις την ουσία; Ή θέλεις να μείνεις στην ωραία την επιφάνειά σου; Εκεί που στέκεσαι και που, εκ του ασφαλούς, κρίνεις τους άλλους. Γιατί είμαι σίγουρη πως αυτό δεν το κάνεις μόνο με εμένα. Είμαι σίγουρη πως αυτό το κάνεις με όλους. Βγάζεις τα γρήγορα συμπεράσματά σου, φτιάχνεις την όμορφη ιστορία σου και αντιμετωπίζεις τους άλλους έξω από την ζωή τους. Αν θέλεις μπορώ να σε προσγειώσω λιγάκι στην πραγματικότητά μου. Έχω την αντοχή να σε προσγειώσω. Αλλά δεν θέλω. Γιατί δεν πιστεύω ότι σε αφορά. Πιστεύω ότι κανονικά θα έπρεπε να έχεις το θάρρος να μην χρειάζεσαι να σου εξηγήσει ο άλλος την ζωή του για βρεις τις δικαιολογίες του αρκετά ισχυρές ή μη ισχυρές. Αλλά είμαι σίγουρη πως αν μιλήσουμε για τις δικές μου «δικαιολογίες» δεν θα τις βρεις καθόλου ανίσχυρες. Είμαι σίγουρη πως είσαι ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζεις τον κόσμο του θεάτρου. Τον γνωρίζεις από έξω όχι από μέσα. Και όλοι έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέμε. Και είναι και παράφωνα αυτά τα τραγούδια. Δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική μελωδία που παίζεται για αυτούς που χορεύουν. Θα έβαζα και στοίχημα για αυτό. Δεν έχεις καμία σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο. Κάθεσαι στην θέση σου και από εκείνη την θέση νομίζεις πως τα γνωρίζεις όλα και...»

«Θα το χάσεις το στοίχημα. Είμαι γνωστός σκηνοθέτης και...» τόλμησε να με διακόψει μιλώντας ψύχραιμα με μία ελαφριά δόση αυταρέσκειας αλλά δεν τον άφησα να συνεχίσει... Τόσο εκνευρισμένη ήμουν! Εγώ που δεν διακόπτω ποτέ κανέναν... Δεν άντεξα να τον αφήσω να τελειώσει την πρότασή του...

«Α! Είσαι γνωστός σκηνοθέτης... «ΓΝΩΣΤΟΣ» ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ! Τώρα εξηγούνται όλα... ΟΛΑ! Δεν το πιστεύω! Δεν το πιστεύω ότι αυτό το σημείο μου ξέφυγε! Τώρα κατάλαβα... Νόμιζα πως ήσουν από την μεριά αυτών που δεν είναι μέσα στα πράγματα αλλά είσαι από την αντίθετη μεριά. Από αυτούς που παρά είναι μέσα στα πράγματα. Είσαι από αυτούς που νομίζουν ότι κάνουμε το ίδιο επάγγελμα. Που πιστεύουν ότι ασκούμε την ίδια τέχνη. Δεν κάνουμε το ίδιο επάγγελμα. Δεν ασκούμε την ίδια τέχνη. Είσαι από αυτούς που το πιθανότερο και οι δύο σου γονείς ήταν ηθοποιοί ή σκηνοθέτες, ή αν όχι και οι δύο, ο ένας. Ή, για να μην ξεχνιόμαστε, μπορεί απλά και οι δύο σου γονείς να μην έχουν καμία σχέση με την τέχνη και να είναι απλά πολιτικοί! Είσαι από αυτούς που έχουν το δικό τους θέατρο, το πιθανότερο το είχαν από πάντα και δεν χρειάστηκε να κάνουν τίποτα για να το αποχτήσουν, που έχουν την δική τους σχολή, το πιθανότερο την είχαν από πάντα και δεν χρειάστηκε να κάνουν τίποτα για να την αποχτήσουν, και το μόνο που τους νοιάζει δεν είναι οι παραστάσεις ή οι σπουδές ή η ποιότητα του πολιτισμού ή το επίπεδο της εκπαίδευσης μα το χρήμα, το χρήμα, το χρήμα, το κέρδος, το κέρδος, το κέρδος, το συμφέρον, το συμφέρον, το συμφέρον... Είσαι από αυτούς που είναι στην επιτροπή που «κόβει» τόσους ανθρώπους κάθε χρόνο ενώ ταυτόχρονα πληρώνεται για να τους προετοιμάσει για αυτές τις ίδιες εξετάσεις στις οποίες ο ίδιος είναι κριτής και τους «κόβει», τους ίδιους αυτούς ανθρώπους! Είσαι από αυτούς που κάνει οντισιόν κάθε χρόνο για τα μάτια του κόσμου ενώ γνωρίζει ποιον θα πάρει από πριν. Και σαν να μην του φτάνει αυτό υποτιμάει και τους ανθρώπους στις διάφορες ακροάσεις, τους συμπεριφέρεται σαν να μην είναι άνθρωποι... Και είσαι από αυτούς που χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να προχωρήσει... Γιατί ποτέ δεν του φτάνουν όσα έχει... Θέλει κι άλλα... Ε, λοιπόν, μάθε κι άλλον ένα λόγο για τον οποίο έχω «εξαφανιστεί». Στέκεται μπροστά μου. Εσύ είσαι ένας από τους λόγους που απομακρύνθηκα.»

Αυθόρμητα κράτησα το στόμα μου. Σαν να μην πιστεύω πως βγήκαν όλα αυτά από μέσα μου. Εκείνος στην στιγμιαία παύση μου πρόλαβε να μιλήσει γρήγορα σαν να φοβάται ότι θα τον διακόψω μα καθόλου εκνευρισμένα, με ένα αχνό χαμόγελο, σχεδόν σαν να διασκεδάζει με τον δικό μου εκνευρισμό.

«Τώρα ποιος είναι αυτός που κρίνει; Τώρα ποιος είναι αυτός που βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα;»

Είπε και ένιωθα πως το κύρος του ήταν πάνω από το δικό μου. Αυτός ήταν ήρεμος κι εγώ όχι. Αυτός ήταν σταθερός και εγώ έτρεμα. Είχε δίκιο. Και δεν ήθελα να έχει δίκιο. Κοίταξα για λίγο χαμηλά για να βρω ξανά την αναπνοή μου, ύστερα τον κοίταξα και τον ρώτησα ήρεμα, προσπάθησα να τον ρωτήσω ήρεμα...

«Πες μου, είναι λάθος όσα είπα;»

Ήμουν ακόμα φανερά εκνευρισμένη... αλλά προσπαθούσα να μείνω ψύχραιμη... Πιστεύα πως θα αρχίσει να υπερασπίζεται τον έαυτό του, τονίζοντάς μου σε πόσο πολλά σημεία ήμουν λάθος. Και ήθελα να προετοιμαστώ για να αντιμετωπίσω, όσο το δυνατόν πιο χαλαρά, το επόμενο κατεβατό λέξεων. Αλλά εκείνος, προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν είπε τίποτα. Και αυτό με έκανε να χάσω την ψυχραιμία που ακόμα δεν είχα καταφέρει να βρω! Πάλι μιλούσα επιθετικά...

«Δεν το πιστεύω! Δεν το πιστεύω!!! Το βλέπω στο βλέμμα σου! Είναι σωστά! Προσωπικά, νομίζα πως κάπου θα είχα πέσει έξω! Αλλά, όπως φαίνεται, έπεσα την πρώτη φορά έξω για τα καλά και την δεύτερη μέσα για τα καλά! Είχα δίκιο! Έχω δίκιο!!!»

Μετά θυμήθηκα πως ήθελα να είμαι ψύχραιμη και συνέχισα σε λίγο πιο ήρεμο τόνο...

«Αλλά η αλήθεια είναι πως και εσύ έχεις δίκιο. Βιάστηκα να βγάλω συμπεράσματα, άσχετο με το αν αυτά τα συμπεράσματα ήταν σωστά. Δεν μου αρέσει να κρίνω τους ανθρώπους. Και αυτό δηλώνει και το πόσο με εκνεύρισες. Δεν μου αρέσει ο έαυτός μου έτσι.»

Εκείνος με κοιτούσε σαν να διασκεδάζει με αυτήν την πάλη που έβλεπε να μου συμβαίνει... Και αυτό με εκνεύριζε ακόμα περισσότερο... Από την μία να προσπαθώ να είμαι ψύχραιμη και από την άλλη να μην τα καταφέρνω... Εγώ συνέχισα προσπαθώντας να κρατήσω σε χαμηλούς τόνους την φωνή μου...

«Αφού τώρα βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο δεν αντέχω να μην σε ρωτήσω. Πάντα ήθελα να ρωτήσω έναν άνθρωπο που να βρίσκεται από την πλευρά που στέκεσαι εσύ... Πες το περιέργεια... Πες το ενδιαφέρον... Πες το όπως θες... Αφού μου δίνεται η ευκαιρία να έχω έναν άνθρωπο σαν και εσένα απέναντί μου δεν γίνεται να μην ρωτήσω!»

Εκείνος τότε στιγμιαία έχασε το χαμόγελό του... Σαν να αγχώθηκε λίγο για το τι θα ακολουθήσει... Αλλά αμέσως το ξαναβρήκε σαν να μην ήθελε να φανεί η όποια ελάχιστη ανασφάλεια... Και εγώ τον ρώτησα κοιτάζοντάς τον στα μάτια... Και μου ήταν δύσκολο να κρατήσω το βλέμμα μου σταθερό... στο δικό του βλέμμα...

«Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις; Αλήθεια... Θέλω να ξέρω... Αυτό; Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις; Δεν νιώθεις την ανάγκη να κάνεις και κάτι άλλο; Δεν θέλεις να κάνεις... Δεν ξέρω... Να κάνεις και κάτι ακόμα;... Κάτι περισσότερο;... Πώς γίνεται να είσαι ευχαριστημένος με αυτό; Ή μάλλον... Είσαι ευχαριστημένος με αυτό; Είσαι ικανοποιημένος; Με την κατάσταση που επικρατεί; Με το δικό σου μερίδιο της ευθύνης; Με αυτό που κάνεις; Με αυτό που σου αναλογεί; Εσύ υποτίθεται πως είσαι μέσα στο σύστημα και θα μπορούσες να κάνεις ό,τι θες. Οτιδήποτε θέλεις!!! Ακόμα και να αρχίσεις να αλλάζεις το σύστημα μέσα στο οποίο είσαι... Αλλά ακόμα κι αν δεν θέλεις να αλλάξεις το σύστημα γιατί σου φαίνεται υπέροχο έτσι όπως είναι... Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό... Αλλά πες ότι γίνεται... Ακόμα και τότε... Γιατί δεν κάνεις και κάτι καλό ανάμεσα στα υπόλοιπα; Έτσι για αλλαγή! Γιατί δεν αποφασίζεις να κάνεις και κάτι καλύτερο; Είμαι σίγουρη πως μπορείς να το κάνεις! Έχεις τα χρήματα, έχεις τον χώρο, έχεις τους τρόπους, έχεις τους ανθρώπους και, ίσως, να έχεις και την όρεξη... Γιατί δεν επιλέγεις να κάνεις και κάτι καλύτερο; Γιατί ανάμεσα στα υπόλοιπα δεν προσθέτεις και κάτι παραπάνω; Λίγο ανώτερο; Λίγο... Έχεις σκεφτεί πως η αλλαγή θα μπορούσε να έρθει και μέσα από εσένα; Όχι, από κάποιον άλλον... Από εσένα! Εσένα που στέκεσαι τώρα απέναντί μου... Έχεις σκεφτεί πως μπορείς... μπορείς να παίξεις σπουδαίο ρόλο στο να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο... αρχίζοντας να αλλάζεις την συμπεριφορά σου... και ακολουθώντας και λίγο αυτό που συμβαίνει μέσα σου που μόνο εσύ το γνωρίζεις... Και μπορώ να καταλάβω... Ίσως η θέση σου δεν σου επιτρέπει να είσαι εντελώς ελεύθερος... Βασικά, δεν σου επιτρέπει να είσαι ανθρώπινος... Ή μάλλον προσωπικά δεν μπορώ να το καταλάβω... Αλλά μπορώ να καταλάβω πως εσύ το πιστεύεις... Πως εσύ νιώθεις περιορισμένος στο να μην μπορείς να κάνεις πραγματικά αυτά που θέλεις... Πως εσύ νιώθεις πως δεν είσαι ελεύθερος... Πως εσύ νιώθεις πως είσαι υποχρεωμένος να συμπεριφέρεσαι έτσι... Επειδή όλοι συμπεριφέρονται έτσι... Επειδή... Δεν γνωρίζεις πως μπορεί να λειτουργήσουν τα πράγματα αν αποφάσιζες να συμπεριφερθείς διαφορετικά... Αλλά έχεις σκεφτεί... Πως αν άρχιζες να κάνεις έστω και κάτι από αυτά που πραγματικά θέλεις εσύ και όχι οι άλλοι... Θα μπορούσε να γίνει μια ουσιαστική αλλαγή... Μπορεί να φοβάσαι... Μπορεί να αγχώνεσαι... Μπορεί και να μην έχεις καθόλου ιδέα πώς να το κάνεις... Μπορεί να νιώθεις μια χαρά στην ασφάλειά σου... Αλλά είσαι καλά σε σχέση με αυτό; Κοιμάσαι καλά τις νύχτες; Ξυπνάς καλά τα πρωινά; Τα έχεις καλά με την συνείδησή σου; Έχεις συνείδηση; Είσαι σε επαφή με τον έαυτό σου; Δεν νιώθεις άσχημα... όταν δεν συμπεριφέρεσαι σωστά; Η χυδαιότητα... όλη αυτή η χυδαιότητα... Σε εκφράζει; Η εκμετάλλευση... όλη αυτή η εκμετάλλευση... Σε εκπροσωπεί; Δεν υπάρχει κανένα σημείο που να νιώθεις άβολα με τις επιλογές σου; Που να νιώθεις περίεργα με τις αποφάσεις σου; Δεν θα ήθελες... Να αρχίσεις να γίνεσαι πιο άνθρωπινος... Να νιώσεις ξανά την ανθρωπιά... που ίσως έχεις ξεχάσει... Να... Δεν ξέρω... Να νιώσεις ξανά άνθρωπος... Από πολύ αρχή σου δόθηκε μια γερή αφετηρία... Δεν θα ήθελες να χρησιμοποιήσεις αυτήν την ίδια βάση για κάτι καλύτερο... για κάτι πιο όμορφο... για κάτι πιο μεγαλειώδες... για κάτι... Αυτό είναι πραγματικά το καλύτερο που μπορείς να κάνεις;»

Σταμάτησα απότομα. Δεν έβρισκα κανένα νόημα σε αυτήν την – αν μπορούμε να την πούμε – συζήτηση. Ήθελα μόνο να φύγω. Είχα δοκιμάσει να κάνω και στο παρελθόν τέτοιου τύπου συζητήσεις... όχι, βέβαια, σε τέτοιες συνθήκες... και δεν μπορούσα με τίποτα να ενώσω τους δύο διαφορετικούς κόσμους... Δεν μπορούσα να φτιάξω καμία γέφυρα επικοινωνίας... Δεν είχα καταφέρει να βρω τον κατάλληλο τρόπο... Ξαφνικά, μου φάνηκε πολύ ματαίο το όλο σκηνικό... Δεν είχε νόημα να μπω στην διαδικασία να προσπαθήσω να τον κάνω να καταλάβει... Ήταν το σημείο που εγώ θα άρχιζα να λέω τα δικά μου και ο άλλος θα με αντιμετώπιζε σαν να είμαι ρομαντική και ιδεαλίστρια και σαν να μην ξέρω πώς λειτουργεί ο κόσμος... Και δεν άντεχα να το βιώσω, για μια ακόμα φορά...

«Θα φύγω. Νομίζω δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε.»

Είπα ξερά και πήγα να φύγω και αυτός μου κράτησε το χέρι με δύναμη για να με σταματήσει. Τον κοίταξα θυμωμένα υπονοώντας πως δεν έχει κανένα δικαίωμα να με κρατάει και μου άφησε το χέρι. Το βλέμμα του ήταν πολύ διαφορετικό από πριν. Είχε σοβαρέψει. Σχεδόν τρόμαξα από το ύφος του. Δεν άντεχα να τον κοιτάξω. Τον προσπέρασα φεύγωντας και εκείνος άρχισε να περπατάει δίπλα μου.

Γύρισα το κεφάλι μου εκνευρισμένη...

«Τώρα, σοβαρά, ποιο είναι το σχέδιο σου, θα με ακολουθείς;»

«Φεύγω κι εγώ. Και δεν σε ακολουθώ. Περπατάω δίπλα σου.»

«Πήγαινες προς την αντίθετη κατεύθυνση.»

«Ε, τώρα πάω προς αυτήν.»

«Πολύ ώριμη συμπεριφορά...»

«Ούτε το να φεύγεις έτσι, είναι ώριμη συμπεριφορά...»

Και μετά από αυτόν τον σύντομο, γρήγορο, διάλογο, όπου εκείνος ήταν ήρεμος με το αχνό χαμόγελο του να ξαναεπιστρέφει σιγά σιγά στο πρόσωπό του και την βραχνή φωνή του να ξαναεπιστρέφει σιγά σιγά στην προηγούμενη αυτοπέποίθησή του και εγώ ήμουν εκνευρισμένη και συνοφρυωμένη... Αναστέναξα.

Σταμάτησα να περπατάω και σταμάτησε κι αυτός. Τον κοίταξα.

«Συγνώμη.» μου είπε.

«Συγνώμη.» επανέλαβε.

«Α, όχι... Δεν θα το κάνεις αυτό...» αναστέναξα πάλι και ο εκνευρισμός άρχισε να φεύγει σιγά σιγά.

«Μα μόλις σου είπα συγνώμη.» δικαιολογήθηκε εκείνος.

«Για λάθος λόγους.» είπα και ήξερα πως κινδυνεύω να ακουστώ σαν όλες τις γυναίκες του κόσμου.

«Και πώς ξέρεις εσύ τους λόγους μου;» με ρώτησε με μία παιχνιδιάρικη διάθεση, η σοβαρότητα του είχε ως δια μαγείας εξαφανιστεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Γενικά, φαινόταν σαν να φαίνεται σε εκείνον όλο αυτό ένα παιχνίδι. Εγώ δεν μπορούσα να μπω σε αυτήν την διάθεση. Είχα εκνευριστεί υπερβολικά πολύ πριν για να μπορώ τόσο γρήγορα να μπω σε άλλη διάθεση. Του είπα πολύ σοβαρά και, σχεδόν, βαρετά σαν να είμαι υποχρεωμένη να δηλώσω τα αυτονόητα και σαν να μην έχω καμία διάθεση για αυτού του τύπου την συζήτηση...

«Όλοι ξέρουμε πως όταν μια γυναίκα κλαίει μπροστά σε έναν άντρα ο άντρας νιώθει υπεύθυνος. Ο μόνος λόγος για τον οποίο μου ζητάς συγνώμη είναι γιατί με είδες να κλαίω μπροστά σου και ένιωσες πως ευθύνεσαι. Ένιωσες ένοχος. Ε, λοιπόν σου παίρνω αυτήν την ενοχή. Σε απαλλάσσω από τις ευθύνες σου. Δεν φταις εσύ για το ότι έκλαψα. Δεν φέρεις καμία ευθύνη. Ήσουν η αφορμή. Αλλά δεν ήσουν η αιτία. Ο κόσμος μου είναι ένα χάος σε αυτήν την φάση και απλά βγήκε όλο αυτό που ήταν έτοιμο να εκραγεί εδώ και μέρες. Για να μην πω μήνες. Που σημαίνει... Δεν χρειάζεται να μου πεις συγνώμη. Θα είχε νόημα να μου ζητήσεις συγνώμη αν αισθανόσουν άσχημα για τον τρόπο που μου μίλησες, αν εσύ πίστευες πως δεν μου μίλησες σωστά, αν εσύ όντως έκανες μια κριτική του έαυτού σου σε σχέση με τον τρόπο σου προς εμένα... Αλλά αυτό είναι λίγο δύσκολο να γίνει μέσα σε λίγα λεπτά. Όχι, πες μου, ειλικρινά... Αισθάνθηκες άσχημα για αυτά που μου είπες ή, κυρίως, αισθάνθηκες άσχημα για το πώς μου τα είπες;»

«Όχι και όχι.» απάντησε εκείνος ειλικρινά και χωρίς το αχνό χαμόγελό του.

«Άρα μην μου ζητάς συγνώμη.» είπα και χαμογέλασα εγώ αχνά χωρίς να το θέλω. Σαν για να υπάρχει ισορροπία ανάμεσά μας να πρέπει πάντα κάποιος από τους δύο μας να χαμογελάει αχνά...

«Άκου...» Είπε εκείνος κοιτάζοντας το αχνό χαμόγελό μου και το βλέμμα του άλλαξε περίεργα, πήγαινε προς μία κατεύθυνση που δεν περίμενα να πάει... «Κανείς δεν μου έχει μιλήσει έτσι όπως εσύ. Κανείς. Το καταλαβαίνεις αυτό; Κανείς...»

Εγώ έκανα ένα βήμα πίσω γιατί δεν μου άρεσε η απότομη αλλαγή της ατμόσφαιρας και εκείνος συνέχισε...

«Μου αρέσεις. Πραγματικά μου αρέσεις. Θέλεις να βγούμε για καφέ κάποια στιγμή να τα πούμε πιο ήρεμα; Να συζητήσουμε. Με ενδιαφέρουν πολύ όλα όσα είπες και... »

Εμένα τότε μου έφυγε το χαμόγελο και γύρισε ο προηγούμενος εκνευρισμός! Δεν είχα ανάγκη για καμία ισορροπία ανάμεσά μας πια! Πάλι φώναζα... Λιγότερο από πριν... αλλά και πάλι μίλαγα έντονα...

«Πλάκα μου κάνεις! Μου κάνεις πλάκα! Πες μου ότι μου κάνεις πλάκα! Σε παρακαλώ, πες μου ότι μου κάνεις πλάκα! Πες μου ότι όλο αυτό το προηγούμενο που συνέβηκε υπάρχει περίπτωση σε κάποιο εξωγήινο κόσμο να ονομάζεται φλερτ! Έτσι μιλάς εσύ στους ανθρώπους που σου «αρέσουν»;»

Τώρα εκείνος χαμογελούσε καθαρά και αυτό με εκνεύριζε ακόμα περισσότερο από το ήδη περισσότερο.

«Μπορείς να μην εκνευρίζεσαι με όλα; Σου έκανα μια απλή ερώτηση! Μπορείς να απαντήσεις σε αυτήν;»

Είχε χαμηλώσει την φωνή του και φαινόταν πως χρησιμοποιούσε όλη του την γοητεία. Ήρθε πιο κοντά προς εμένα και εγώ αμέσως έκανα περισσότερα βήματα προς τα πίσω για να απομακρυνθώ και να διατηρήσω την απόσταση που είχαμε τόση ώρα μεταξύ μας. Μίλησα απότομα και απρόσωπα.

«Ναι. Μπορώ να απαντήσω. Όχι. Δεν θέλω να βγούμε για καφέ.» είπα πεισμωμένη.

«Μπορώ να ρωτήσω γιατί;» Το σίγουρο ύφος του μου την έδινε κυριολεκτικά στα νεύρα.

«Γιατί πρώτον δεν πίνω καφέ και γιατί δεύτερον ακόμα κι αν έπινα καφέ δεν θα τον έπινα μαζί σου.»

«Γιατί;» εκείνος δεν άλλαζε τίποτα στο ύφος του ή στο βλέμμα του. Με ρωτούσε με σιγουριά και με κοίταζε έντονα.

«Γιατί δεν μου μίλησες ωραία. Γιατί μου φώναξες. Γιατί με έκανες να αισθανθώ άσχημα. Γιατί με έκανες να νιώσω ντροπή.Γιατί με έκανες να νιώσω ενοχή. Γιατί δεν μου άρεσε ο τόνος σου. Γιατί δεν μου άρεσε ο τρόπος σου. Γιατί... » μέσα στον εκνευρισμό μου, σιγά σιγά, άρχιζα, σχεδόν, να απολογούμαι και δεν μου άρεσε...

«Είχα άδικο σε αυτά που είπα;» με ρώτησε γλυκά και δεν είχα ξανακούσει αυτόν τον τόνο στην φωνή του.

Πήγα να πανικοβληθώ και δεν μου άρεσε ούτε αυτό... Ένιωθα πως κρύβεται κάποια παγίδα στην ερώτησή του.

«Αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Δεν πήρα θέση για το περιεχόμενο του λόγου σου. Σου είπα για τον τρόπο. Δεν μου άρεσε ο τρόπος σου.» είπα προσπαθώντας να ακουστώ δυναμική.

«Ναι, αλλά είχα άδικο;» επέμεινε αυτός.

«Όχι, σε όλα.» παραδέχτηκα. Και μου ήταν δύσκολο να το παραδεχτώ.

«Τότε γιατί δεν ξεκινάμε από εκεί; Δεν μπορεί να είμαι ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται για εσένα και που σου μιλάει έτσι;» αυτός είδε το σημείο που με δυσκόλεψε, το θέωρησε αδύναμο σημείο μου, και βρήκε χώρο για να μου μιλήσει ακόμα πιο γλυκά.

«Όχι. Γιατί για εμένα οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται... Ενδιαφέρονται διαφορετικά... Με αγάπη. Ξέρω πως ακούγεται περίεργο για τον κόσμο σου. Αλλά στον δικό μου κόσμο έτσι συμβαίνει.» είπα εγώ χωρίς τίποτα το γλυκό στην φωνή μου. Ήμουν απότομη.

«Δεν μπορεί να σε αγαπάει κάποιος που να σου φωνάζει;» με ρώτησε με πραγματική περιέργεια.

«Δεν ξέρω αν μπορεί να με αγαπάει κάποιος που να μου φωνάζει ή να μου φωνάζει κάποιος που να με αγαπάει. Και δεν έχει σημασία. Εσύ δεν με γνωρίζεις. Και σίγουρα δεν με αγαπάς! Και δεν έχω ιδέα πώς συζητάμε για την αγάπη! Από πού κι ως πού, εγώ κι εσύ, συζητάμε για «αγάπη»; Δεν θέλω να βγω μαζί σου. Πώς αλλιώς να σου το πω; Δεν σου έχει πει ποτέ ξανά γυναίκα «Όχι»;» είπα και για μια ακόμα φορά γύρισα στο επιθετικό, και ταυτόχρονα αμυντικό, ύφος μου. Και δεν το πίστευα ότι εγώ κάνω τέτοιου τύπου ερώτηση! Δεν είχα ξαναρωτήσει ποτέ άνθρωπο κάτι τέτοιο! Ήταν βέβαιο! Το μυαλό μου πρέπει να βρέθηκε σε απόλυτο αδιέξοδο για να φτάσει να ξεπηδήσει με τέτοια ευκολία μια τέτοια μικρότητα! Μια τέτοια τόσο μη δική μου φράση! Πρέπει να ένιωσα πολύ στριμωγμένη...

«Όχι.» είπε αυτός αυθόρμητα και απλά. Σαν να μην έχει καταλάβει τίποτα από το προσωπικό μου εσωτερικό χάος.

«Δεν σου έχει ξαναπεί ποτέ γυναίκα «όχι»;» ξαναρώτησα σαν να μην τον πολυπιστεύω. Και μπορώ να πω ότι με αυτήν την αφοπλιστική απάντησή του το μυαλό μου βρέθηκε στο κενό χωρίς να σκέφτεται τίποτα άλλο.

«Όχι.» ξαναείπε αυτός.

«Δεν το πιστεύω! Πραγματικά, δεν το πιστεύω! Ε, λοιπόν, δεν με βοηθάς και ιδιαίτερα να σου πω «Ναι.», βασικά... με υποχρεώνεις να σου πω «Όχι». Ίσως ήρθε η ώρα να προσθέσεις και αυτήν την λέξη στο λεξικό σου: «Όχι.». Και μου αρέσει που μου κάνει και εντύπωση! Αφού φαίνεται πως είσαι άνθρωπος που δεν σου έχει πει ποτέ κανένας «Όχι.». Όλοι τρέχουν γύρω από εσένα. Όλα τρέχουν γύρω από εσένα. Τι καιρό κάνει στον κόσμο σου, στον κόσμο του «Όλοι μου λένε «Ναι»»; Είσαι από τους ανθρώπους που τα έχουν όλα. Σπάνια ακούς το «Όχι». Και νομίζω πως ήρθε η ώρα να μάθεις κάτι καινούριο. ΟΧΙ. Υπάρχει και αυτή η λέξη στο λεξικό, υπάρχει και αυτή η λέξη στο λεξιλόγιό μας: Όχι. Όχι. Όχι. Όχι. Όχι. Όχι. Όχι...» Είχα εκνευριστεί! Πάλι!

«Είσαι τόσο θυμωμένη μαζί μου;» με ρώτησε γελώντας.

Τότε εγώ σταμάτησα να λέω «Όχι». Και σοβάρεψα. Με είχε κουράσει όλο αυτό το σκηνικό ήθελα απλά να φύγω και να ξεμπερδεύω με αυτόν τον άνθρωπο.

«Άκου, δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου. Έτσι έχεις μάθει, έτσι έχεις συνηθίσει, έτσι έχεις ζήσει... Ή μάλλον, τι λέω; Κάτσε περίμενε! Τώρα που το σκέφτομαι... Είμαι θυμωμένη μαζί σου! Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο δεν θα έβγαινα ποτέ μαζί σου είναι γιατί ανήκεις σε αυτόν τον κόσμο τον οποίο, όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να τον καταλάβω! Στον κόσμο του συμφέροντος και του χρήματος και της αναξιοκρατίας και της αδικίας και της απανθρωπιάς και της χυδαιότητας και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο... Δεν έχει σημασία αν έχεις μάθει, αν έχεις συνηθίσει, αν έχεις ζήσει έτσι... Κάποια στιγμή θα έπρεπε να έχεις προβληματιστεί λίγο παραπάνω πάνω στα πράγματα... Κάποια στιγμή θα έπρεπε να έχεις προβληματιστεί και πάνω στην δική σου συμπεριφορά... Κάποια στιγμή θα έπρεπε να έχεις προβληματιστεί λίγο παραπάνω!... Στον δικό μου κόσμο τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Αλλιώς ζω... Αλλιώς έχω επιλέξει να ζω... Όχι, πως μου αφήνουν δηλαδή και πολλά περιθώρια ζωής... Δεν με αφήνουν να ζήσουν έτσι όπως θα ήθελα... Αλλά τουλάχιστον το προσπαθώ... Έχεις προσπαθήσει ποτέ για κάτι; Πραγματικά προσπαθήσει; Έχεις θελήσει ποτέ κάτι πολύ, κάτι που να μην μπορείς να το αποχτήσεις αμέσως, κάτι που να πρέπει να προσπαθήσεις για αυτό και που ακόμα και τότε να μην γνωρίζεις αν αυτή η προσπάθειά σου θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα; Έχεις αγαπήσει ποτέ κάτι τόσο πολύ... Που να νιώθεις πως αυτό είναι η ζωή σου... Και να μην σε αφήνουν να το ζήσεις... Να μην σε αφήνουν να το έχεις... Να μην σου επιτρέπουν να το φτάσεις... Να το αγγίξεις... Να το βρεις... Να το βιώσεις... Έχεις προσπαθήσει ποτέ για κάτι; Έχεις αποτύχει; Ξανά και ξανά και ξανά; Δεν νομίζω... Να έχεις αποτύχει... Δεν νομίζω... Να έχεις προσπαθήσει... Ο τρόπος σου έχει κάτι αντίθετο από τον δικό μου τρόπο. Δεν υπάρχει προσπάθεια μέσα σε αυτόν. Δεν υπάρχει τίποτα κοινό στους δύο τρόπους και...»

Και... στην στιγμιαία διακοπή μου... εκείνος βρήκε ευκαιρία για να συνεχίσει με απόλυτη σοβαρότητα πια...

«Και... πώς είσαι τόσο σίγουρη για αυτό; Πώς είσαι σίγουρη πριν μου δώσεις μία ευκαιρία για να δεις... Πως υπάρχουν πέρα από πολλά διαφορετικά σημεία και κάποια πολύ ισχυρά κοινά σημεία. Τι μπορώ να κάνω για να σε κάνω να βγεις μαζί μου, μόνο μία φορά; Μέσα σε αυτήν την μία φορά είμαι σίγουρος πως μπορώ να σε πείσω πόσο ίδιοι είμαστε κι ας νιώθεις πως είμαστε τόσο διαφορετικοί. Σου ζητάω μία μόνο συνάντηση. Μία συζήτηση. Μήπως φοβάσαι να την κάνεις μαζί μου; Μήπως φοβάσαι να δεις τα κοινά σημεία μας; Σε τρομάζει να δεις πως υπάρχουν δικά σου σημεία μέσα σε εμένα; Τι θα έκανες αν καταλάβαινες πως στους δύο κόσμους μας υπάρχει κάτι ίδιο; Ίσως ένας ίδιος ουρανός... Ίσως ένα κοινό έδαφος... Ίσως...»

Τον διέκοψα, ρωτώντας τον...

«Και εσύ τι θα έκανες αν καταλάβαινες... Πως δεν υπάρχει τίποτα κοινό; Τι θα έκανες... Αν συνειδητοποιούσες... Πως η ανάγκη σου να έχουν οι δύο κόσμοι μας κάτι κοινό... Είναι μια ανάγκη για να δικαιολογείς την συμπεριφορά σου... Το να σκέφτεσαι πως όλοι, αν ήμασταν στην δική σου θέση, μπορεί να συμπεριφερόμασταν έτσι... ΘΑ συμπεριφερόμασταν έτσι... Πως όλοι είμαστε ίδιοι... Όλοι θα κάναμε τα ίδια... Γιατί όλοι είμαστε άνθρωποι... Κάτω από τον ίδιο ουρανό και πάνω στο ίδιο έδαφος... Τι θα έκανες όμως αν καταλάβαινες... Πως δεν είναι ίδιος ο ουρανός μας... Πως το έδαφός μας δεν είναι κοινό... Και πως ναι, είμαστε όλοι άνθρωποι, αλλά είμαστε διαφορετικοί... Και καμιά φορά τόσο διαφορετικοί που δεν υπάρχει κανένας τρόπος επικοινωνίας... κανένας κοινός κώδικας... κανένα κοινό σημείο... Κανένα...»

Με διέκοψε, ρωτώντας με...

«Γιατί φοβάσαι, λοιπόν, να βγεις μαζί μου; Και να μου πεις όλα αυτά... Τα οποία μου λες τώρα... Και προσωπικά νιώθω πως δεν τα υποστηρίζεις ολοκληρωτικά... Έχω την αίσθηση πως τα λες σαν αντίδραση σε αυτά που σου είπα εγώ, εσύ πάντα υποστήριζες την ένωση του κόσμου και όχι την διάλυση του, τόνιζες πάντα τις ομοιότητες των ανθρώπων και όχι τις διαφορές τους... Εσύ πάντα... »

«Μην μου λες «Εσύ πάντα...»... Δεν ξέρεις τι «Εγώ πάντα...». Και μην παίρνεις αυτό το ύφος... του και καλά ψυχολόγου... που και καλά με ψυχολογεί... Ο και καλά σκηνοθέτης ψυχολογεί την και καλά ηθοποιό... Έχω κουραστεί με αυτήν την και καλά ψυχολογική ανάλυση που κάνουμε στον και καλά καλλιτεχνικό χώρο... Δεν με ξέρεις. Αν με ήξερες... Θα ήξερες πως... Δεν φοβάμαι να βγω μαζί σου. Δεν θέλω να βγω μαζί σου. Υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά από το ένα στο άλλο. Και όσα είπα τα είπα για να σου δώσω και μία άλλη οπτική...‘Εχεις δίκιο... Συνήθως, υποστηρίζω τις ομοιότητες... Αλλά η σκέψη μου είναι πολύπλοκη και πολύπλευρη και τα σκέφτομαι όλα και έτσι και αλλιώς... Και όλα αυτά τα είπα... Για να σου δώσω μία άλλη εικόνα... Αλλά δεν έχει σημασία... Ας πάρω κι εγώ, λοιπόν, το ύφος του και καλά ψυχολόγου που και καλά ψυχολογεί... Λες πως θέλεις να βγεις μαζί μου. Έχεις καταλάβει πως ο μόνος λόγος για τον οποίο θέλεις να βγεις μαζί μου είναι γιατί σου είπα «Όχι»; Πως ο μόνος λόγος που θέλεις να βγεις μαζί μου είναι απλά γιατί δεν είμαι από αυτούς που γυρνάνε γύρω από εσένα; Δεν θα μπορούσα να είμαι ένας από αυτούς... Δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω ένας από αυτούς...»

Κούνησε το κεφάλι...

«Κάνεις λάθος. Φαίνεται πως κανείς μας δεν είναι καλός σε αυτήν την και καλά ψυχολογία... Κάνεις και πάλι λάθος. Δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος. Εξάλλου... σου ζήτησα να βγούμε πριν να μου πεις «Όχι». Βέβαια, θα μου πεις... Ξέρω τι θα μου πεις... Πως η συμπεριφορά σου προς τα εμένα, έτσι κι αλλιώς, το εκπέμπει το «Όχι». Ας είμαι ειλικρινής. Είναι και αυτός ο λόγος. Βέβαια, όχι έτσι ακριβώς όπως τον λες και τον εννοείς εσύ. Για εμένα... Αυτό το «όχι» δηλώνει το ότι στέκεσαι απέναντί μου σαν ίσος προς ίσο και δεν φοβάσαι να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις όσα πιστεύεις, ότι δεν έχεις την ίδια αντιμετώπιση που έχουν οι άλλοι απέναντί μου. Δεν θα μου πεις αυτά που θέλω να ακούσω. Αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος. Είναι άδικο να θεωρήσεις πως είναι μόνο αυτός ο λόγος... ή πως είναι αυτός ο κύριος λόγος... Υπάρχουν και ένα σωρό άλλοι λόγοι... Θα ήθελα να έχω την ευκαιρία να μιλήσω μαζί σου. Γιατί σου είναι δύσκολο να δεχτείς πως απλά ενδιαφέρομαι για εσένα; Με ενδιαφέρεις με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Και θα ήθελα να έχω την δυνατότητα του να μιλήσουμε. Απλά να μιλήσουμε. Εξάλλου... Θα μπορούσα να σε βοηθήσω... Αν καταλαβαίνεις τι εννοώ...»

Δεν ήμουν σίγουρη αν κατάλαβα αυτό που εννοούσε... αλλά άρχισε πάλι ο εκνευρισμός και στο σώμα και στην φωνή μου και στο βλέμμα μου...

«Θα μπορούσες... τι; Πες μου ότι δεν υπονόησες αυτό που νομίζω ότι υπονοήσες... Δεν με ενδιαφέρουν τέτοιου τύπου «βοήθειες»... Θα ήθελα να είναι έτσι φτιαγμένος ο κόσμος ώστε να μπορώ να προχωρήσω με την αξία μου, όχι να χρειάζομαι την δική σου «βοήθεια» για να προχωρήσω... Αυτό και μόνο σημαίνει πως το σύστημα σου έχει πρόβλημα... Δεν θέλω ούτε την δική σου «βοήθεια» ούτε κανενός άλλου την «βοήθεια». Αυτές οι «βοήθειες» οδήγησαν τον κόσμο σε αυτό το τραγικό σημείο. ΚΑΙ αυτές. Όχι μόνο αυτές... αλλά ΚΑΙ αυτές. Δεν θέλω να με «βοηθήσεις». Και αν είδες πραγματικά τις παραστάσεις μου, αν κατάλαβες έστω και κάτι μικρό, ελάχιστο, από αυτές, αυτό δεν χρειάζεται να σου το πω, το ξέρεις ήδη για εμένα. Εσύ που με παρακολουθείς τόσα χρόνια, που υποστηρίζεις πως ξέρεις ποια είμαι, δεν έχεις καταλάβει, λοιπόν, το παραμικρό για τις απόψεις μου για όλα αυτά; Όχι, ευχαριστώ. Δεν θέλω να με «βοηθήσεις». Αλλά το πιο φοβερό δεν είναι ότι εγώ δεν θέλω να με «βοηθήσεις» το πιο φοβερό είναι ότι ούτε κι εσύ θέλεις να με «βοηθήσεις» και ας μου το λες τώρα. Το λες απλά γιατί έτσι έχεις μάθει να προσεγγίζεις τους ανθρώπους. Αυτός που βοηθάει βοηθάει... Δεν λέει πως θα βοηθήσει... Δεν υπόσχεται πως θα βοηθήσει... Αυτός που βοηθάει... Απλά βοηθάει... Και δεν εννοώ με ύπουλους τρόπους... Αν ήθελες πραγματικά να με βοηθήσεις θα το είχες κάνει μέσα στα τόσα χρόνια που με βλέπεις και αυτή η βοήθεια δεν θα ήταν μέσα σε εισαγωγικά... Θα ήταν πραγματική βοήθεια. Ξέρεις τι σημαίνει βοήθεια; Όχι, με τον τρόπο που την εννοείς εσύ. Πραγματική βοήθεια; Σε έχει βοηθήσει ποτέ κάποιος; Σε κάτι, οτιδήποτε; Ε, λοιπόν, να σου πω και κάτι άλλο; Κρύβεσαι ανάμεσα στους θεατές και βλέπεις ΟΛΕΣ μου, όπως μου τόνισες, τις παραστάσεις, και, παρόλα αυτά, δεν μου έχεις μιλήσει ούτε μία φορά, ούτε μία!, η πρώτη φορά που μου μιλάς είναι σήμερα... Τι δηλώνει αυτό για εσένα; Τι δηλώνει για εμένα; Και τι δηλώνει για την σχέση μας; Μήπως δηλώνει αυτό που ήδη σου είπα; Πώς δεν ενώνονται οι δύο κόσμοι; Ακόμα και εσύ ξέρεις... πως οι δικοί σου κανόνες δεν με αγγίζουν... και οι δικές σου συνθήκες δεν με συγκινούν... Έρχεσαι και βλέπεις τις παραστάσεις μου για κάποιο λόγο που μόνο εσύ γνωρίζεις... Ίσως κάτι να σε συγκινεί μέσα σε όλα αυτά που κάνω... αλλά το πιθανότερο δεν σε αφορά ουσιαστικά... Είσαι από αυτούς που δέκα χρόνια έρχονται στις παραστάσεις μου, που κάθονται, πίσω πίσω, σε μια καρέκλα, ανάμεσα στους θεατές, που ψάχνεις να βρεις και να δεις πότε και πού και πώς και παίζω, αλλά που δεν θα κουνούσες ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι για να βοηθήσεις όχι εμένα αλλά και πολλούς άλλους. Δεν θα έκανες τίποτα για να δημιουργήσεις λίγη αξιοκρατία στον χώρο σου. Δεν νομίζω πως θα ήθελες να ενωθούν πραγματικά οι δύο κόσμοι... Βαρέθηκα να με κοιτάνε σαν αυτόν που τους θυμίζει το πώς ήταν παλιά... Τα όνειρά τους... Τις ελπίδες τους... Μα κανένας από αυτούς που με κοιτάνε έτσι να μην έχουν το θάρρος να στηρίξουν αυτό το όνειρο, αυτές τις ελπίδες... Θέλεις να θαυμάζεις από μακρυά το πάθος μου; Κανένα πρόβλημα... Αρκεί να μην εμποδίζεις τον δρόμο μου... Δεν θέλω να με «βοηθάς» αλλά δεν θέλω και να με εμποδίζεις... Και μην μου παρουσιάζεις και καλά ότι ενδιαφέρεσαι για εμένα, για το αν χάνομαι ή δεν χάνομαι... για το αν είμαι ή δεν είμαι ακόμα εδώ... Γιατί αν πραγματικά ενδιαφερόσουν για εμένα... αυτή η συζήτηση δεν θα γινόταν τώρα, εδώ, επειδή συναντηθήκαμε τυχαία... Θα είχε γίνει πολύ νωρίτερα... Οι λόγοι, λοιπόν, που δεν θα έβγαινα μαζί σου είναι εδώ μπροστά μας. Δεν υπάρχει κανένα σημείο επαφής.»

Εκείνος κοίταξε για μια στιγμή κάτω μετά ανέβασε το βλέμμα του με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου είπε

«Για αυτό σε χρειάζομαι. Ακριβώς, για αυτό που συμβαίνει τώρα. Δεν φοβάσαι να μου πεις τα πράγματα όπως τα βλέπεις. Δεν προσέχεις τις λέξεις σου πριν μου τις πεις. Δεν σε ενδιαφέρει το να μου μιλήσεις κάπως για να εξασφαλίσεις μια μελλοντική σίγουρη δουλειά. Τα έχω καταλάβει όλα αυτά για εσένα. Για αυτό και θέλω μια συνάντηση μαζί σου... Όσο για την βοήθεια... πώς ξέρεις αν η δική μου βοήθεια είναι με εισαγωγικά ή χωρίς... πώς μπορείς να ξέρεις εσύ πώς εννοώ εγώ την βοήθεια... Θα μπορούσα να σε βοηθήσω μιλώντας απλά πάνω σε αυτά που έχω καταλάβει για εσένα... Θα μπορούσες απλά να ακούσεις την δική μου άποψη πάνω στα πράγματα... και μετά να την κάνεις ό,τι θέλεις... Θα ήσουν άραγε διατεθιμένη να μιλήσεις με έναν άνθρωπο του άλλου κόσμου; Αυτού του κόσμου που δεν καταλαβαίνεις; Νόμιζα πως είσαι από τους ανθρώπους που δίνουν ευκαιρίες... Και πως... »

Για μια ακόμα φορά, τον διέκοψα...

«Μελλοντική σίγουρη...τι; Μα αν κάτι ισχύει σίγουρα για το μέλλον είναι πως τίποτα δεν είναι σίγουρο. Δεν μπορεί να είναι σίγουρο. Και καλά θα κάνεις να το συνειδητοποιήσεις κι εσύ αυτό γιατί κάποια στιγμή θα γκρεμιστείς απότομα. Θα φτάσει η όποια κρίση και στην δική σου πόρτα. Και δεν θα σε περιμένει να της ανοίξεις. Απλά θα μπει απρόσκλητη στο σπίτι σου. Δεν υπάρχει μελλοντική σίγουρη δουλειά. Όπως δεν υπάρχει και μελλοντική σίγουρη σχέση. Δεν υπάρχει σίγουρο στο μέλλον... Δεν με αγγίζουν όλα αυτά. Προτιμάω να έχω την ανασφάλεια μου αλλά να έχω διατηρήσει την ακεραιότητά μου από το να μπω σε μία και καλά σίγουρη θέση που και καλά με εξασφαλίζει. Δεν με αφορά όλο αυτό το παιχνίδι... Είναι χαλασμένο... και δεν βρίσκω καμία ομορφιά και καμία ανθρωπιά στο να το παίζω... Προτιμάω να έχω ήθος... Καταλαβαίνεις; Προτιμάω την ηθική μου...»

«Νόμιζα πως είσαι από τους ανθρώπους που δίνουν ευκαιρίες...» Ξαναείπε αυτός.

«Είμαι. Είμαι από τους ανθρώπους που δίνω ευκαιρίες.» είπα αυθόρμητα.

«Τότε;» με ρώτησε.

Τότε;

Με ρώτησα στο μυαλό μου...

Τότε τι;

Τότε...

Μου ήρθε μια ιδέα...

«Πότε έκανες την τελευταία σου οντισιόν;» τον ρώτησα.

«Πριν τρεις μήνες.» μου απάντησε χωρίς να καταλαβαίνει.

«Πόσοι άνθρωποι ήρθαν;» συνέχισα να τον ρωτάω.

«Περίπου πεντακόσια άτομα.» μου απάντησε ακόμα χωρίς να καταλάβαινει τι σχέση έχει αυτό με όλα τα προηγούμενα.

Χαμογέλασα. Περήφανη για την ιδέα μου!

«Θα πρέπει να ζητήσεις πεντακόσια «Συγνώμη». Θα πρέπει να πάρεις τηλέφωνο αυτούς τους πεντακόσιους ανθρώπους και να ζητήσεις συγνώμη...»

«Μα αυτό είναι αδύνατον...» είπε ξεροβήχωντας...

«Αν θέλεις να βγεις μαζί μου... Θα πρέπει να ζητήσεις πεντακόσια συγνώμη.»

Εκείνος άρχισε να γελάει πολύ δυνατά...

«Για να καταλάβω... Μου λες πως για να βγω μαζί σου πρέπει να ζητήσω πεντακόσιες συγνώμες από τους πεντακόσιους ανθρώπους που ήρθαν στην τελευταία μου οντισιόν;»

Και εγώ χαμογέλασα τόσο πολύ που ένιωθα και την ψυχή μου να χαμογελάει!

«Ακριβώς! Με ρώτησες τι μπορείς να κάνεις. Αυτό μπορείς να κάνεις.»

«Και πώς θα ξέρεις ότι εγώ σου είπα την αλήθεια, αν το έκανα πραγματικά, αν τους πήρα τηλέφωνο;» με ρώτησε γελώντας ακόμα ενώ, ταυτόχρονα, φαινόταν να επεξεργάζεται αυτό που του είχα πει.

«Θα αρκεστώ στον λόγο σου. Θα σε εμπιστευτώ ότι θα μου πεις την αλήθεια. Αν είμαστε έστω και λίγο ίδιοι, όπως υποστηρίζεις, δεν θα μου πεις ψέμματα.» δεν ήμουν και πολύ ενθουσιασμένη με αυτό το κομμάτι του σχεδίου μου.

Σταμάτησε να γελάει σαν να συνειδητοποίησε πως μίλαγα πολύ σοβαρά.

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό... Εννοώ, πρακτικά δεν μπορώ να το κάνω. Είναι αδύνατο! Δεν έχω ιδέα ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι!» είπε με εκνευριστική ειλικρίνεια.

«Έπρεπε να το φανταστώ! Δεν ξέρεις καν ποιοι ήταν! Δεν ξέρεις καν τα ονόματα! Ούτε τα βιογραφικά τους δεν θα κράτησες! Συνήθως, δεν ξέρω αν το ξέρεις... αλλά τα κρατάνε αυτά τα στοιχεία γιατί, υποτίθεται, πως μπορεί αυτούς τους ανθρώπους να τους χρειαστούν κάποια στιγμή στο μέλλον για κάτι άλλο...» άρχισα να φωνάζω πάλι, λιγότερο από πριν, αλλά και πάλι είχα υψώσει την φωνή μου αρκετά!

Και εκείνος πήγε να δικαιολογηθεί...

«Πεντακόσια βιογραφικά... Τρώνε πολύ χώρο... Αν κράταγα τις φωτογραφίες και τα βιογραφικά όλων αυτών των ανθρώπων που ήρθαν σε όλες τις οντισιόν που έχω κάνει μέχρι σήμερα το σπίτι μου θα είχε γεμίσει από... Βέβαια, τώρα θα μου πεις ότι θα μπορούσα να τα έχω κρατήσει ηλεκτρονικά... αλλά η αλήθεια είναι πως... »

«Δεν θέλω να ξέρω την συνέχεια! Δεν με βοηθάς καθόλου να σε συμπαθήσω!»

«Δεν είναι ανάγκη να με συμπαθήσεις για να βγεις μαζί μου.»

«Ωραία, λοιπόν...»

«Ωραία;»

«Περίμενε.» είπα και έβγαλα από την τσάντα μου ένα χαρτί και ένα στυλό και άρχισα να γράφω... Μόλις τελείωσα το γράψιμο του το έδωσα. «Ορίστε.»

«Τι είναι αυτό;» με ρώτησε χωρίς να καταλαβαίνει.

«Λίστα από ονόματα!»

«Ναι, αυτό το βλέπω! Αλλά τι ονόματα είναι;»

«Είναι οι άνθρωποι από τους οποίους θα ζητήσεις συγνώμη. Αυτά είναι τα ονόματα και αυτοί είναι οι αριθμοί τους.» είπα για μια ακόμα φορά περήφανη για την καινούρια ιδέα μου!

«Ξέρεις εσύ τα ονόματά τους; Ξέρεις εσύ ότι αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν στην οντισιόν μου;» με ρώτησε με έκπληξη.

«Δεν ήρθαν στην δική σου οντισιόν. Πήγαν όμως σε κάποιου άλλου. Για την ακρίβεια, για χρόνια, έτρεχαν σε διάφορες τέτοιου τύπου οντισιόν... Σε αυτές τις οντισιόν... Ξέρεις... Που μόνο με «βοήθεια» επιλέγουν κανέναν... Τώρα τα έχουν παρατήσει. Δεν είναι πια στον καλλιτεχνικό χώρο... Είναι οι πιο ταλαντούχοι άνθρωποι που γνώρισα ποτέ... Δεν είναι καν φίλοι μου... Είναι απλά γνωστοί μου... Ή ακόμα και άγνωστοι μου... Χάνει το θέατρο χωρίς αυτούς... Κουβαλάω πάντα μέσα μου αυτήν την λίστα από ονόματα για να θυμάμαι... Πως οφείλω να συνεχίσω να προσπαθώ όχι μόνο για εμένα αλλά και για αυτούς... Και κάθε φορά που ανεβαίνω στην σκηνή είναι κι αυτοί μαζί μου... Και σε κάθε προσπάθεια μου είναι κι αυτοί μαζί μου... Από αυτούς θέλω να ζητήσεις συγνώμη...» είπα και ακουγόμουν πολύ σοβαρή.

«Μα δεν ήρθαν καν στην δική μου οντισιόν! Μπορεί να μην τους γνωρίζω καν...» πήγε για μια ακόμα φορά να δικαιολογηθεί.

«Δεν έχει σημασία. Κάποιος πρέπει να τους ζητήσει συγνώμη. Και πρέπει να είναι από τον δικό σου κόσμο... Γιατί από τον δικό μου δεν έχει νόημα. Κάποιος από την άλλη μεριά... από την πλευρά που στέκεσαι εσύ... πρέπει να ζητήσει συγνώμη... Κάποιος πρέπει να τους πάρει το βάρος που κουβαλάνε. Αυτό δεν μπορεί να γίνει, ετσι κι αλλιώς το κουβαλάνε και θα το κουβαλάνε, αλλά η κίνησή σου μπορεί να τους κατευθύνει έστω και λίγο πιο κοντά προς την δική τους λύτρωση. Θα κάνεις κάτι καλό. Και, ταυτόχρονα, θα μου αποδείξεις πως είσαι ικανός να κάνεις ένα βήμα από τον έναν κόσμο στον άλλον. Αφού θέλεις να σου δώσω μία ευκαιρία... Θα πρέπει να μου δείξεις πως την αξίζεις... Πώς έστω για μία φορά... Αποφάσισες να τους αντιμετωπίσεις σαν ανθρώπους και όχι σαν ονόματα σε μία λίστα σε ένα χαρτί... Θα πρέπει να επικοινωνήσεις με έναν – έναν... Και θα πρέπει να τους ζητήσεις συγνώμη... Και είσαι και τυχερός... Αντί για πεντακόσια συγνώμη θα ζητήσεις εικόσι... Όπως βλέπεις, είναι είκοσι άνθρωποι και όχι πεντακόσιοι. Βέβαια, από αυτούς τους ανθρώπους... Μπορώ να μάθω αν ζήτησες ή όχι συγνώμη... Αλλά θα αρκεστώ και πάλι στον λόγο σου. Θα σε εμπιστευτώ. Μπορείς να πεις ψέμματα. Μπορείς να πεις την αλήθεια. Θα εύχομαι να συμβεί το δεύτερο. Αν ζητήσεις είκοσι συγνώμη... Θα έχεις μία συνάντηση μαζί μου. Θα έχεις την ευκαιρία να ακούσω την δική σου πλευρά, να δω τον κόσμο μέσα από τα δικά σου μάτια...»

«Έκλεισε.»

«Έκλεισε.»

Είπαμε και δώσαμε τα χέρια... Εγώ πήγα να αφήσω γρήγορα το δικό του και εκείνος δεν με άφησε.

«Είδες που υπάρχει τελικά κοινό σημείο επαφής;» μου είπε χαμογελώντας κοιτάζοντας τα χέρια μας... και μετά συμπλήρωσε «Δηλαδή, θα βγεις μαζί μου;»

«Προσωπικά, πιστεύω πως δεν θα βγω.» είπα τραβώντας το χέρι μου και σπάζοντας την χειραψία.

«Δεν πιστεύεις ότι έχω τη δύναμη να ζητήσω είκοσι συγνώμη;!»

«Δεν πιστεύω πως έχεις το θάρρος να ζητήσεις ούτε δύο συγνώμη...»

«Θα το δούμε.»

«Θα το δούμε.»

Είπαμε και ήταν σαν να βάλαμε ένα σιωπηλό στοίχημα όπου το βλέμμα μας έβαζε την υπογραφή.

Και ενώ περίμενα να χαιρετηθούμε και να φύγει προς την άλλη κατεύθυνση... αυτός συνέχισε να περπατάει δίπλα μου... Και ήταν περίεργο να περπατάμε μαζί χωρίς να μιλάει κανείς...

Επειδή δεν άντεχα την περίεργη και παράδοξη σιωπή γύρισα και τον ρώτησα

«Τώρα γιατί συνεχίζεις να περπατάς μαζί μου;»

«Ήθελα να κερδίσω λίγα ακόμα λεπτά μαζί σου. Μην αγχώνεσαι. Στο επόμενο τετράγωνο θα σε αφήσω στην ησυχία σου...» μου είπε χαμογελαστός και φανερά ικανοποιημένος με το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα.

Και συνεχίσαμε να περπατάμε μαζί... Μετά εκείνος δεν άντεξε την παράδοξη και περίεργη σιωπή και με ρώτησε

«Πού πηγαίνεις;»

Και έγω άρχισα να γελάω...

«Υπό κανονικές συνθήκες... Μπορεί και να μην σου απαντούσα... Αλλά μόνο με εσένα μπορώ να μοιραστώ το παράδοξο αυτής της στιγμής...»

Εκείνος με κοίταξε ερωτηματικά

Το σκέφτηκα για τρία δευτερόλεπτα, δεν ήμουν σίγουρη αν θέλω να του το πω...

«Πηγαίνω... στην πρώτη μου πρόβα.»

Εκείνος «πάγωσε» και εγώ αποφάσισα να συνεχίσω παρά την αντίδρασή του.

«Μετά από αυτό το διάστημα της απόλυτης παύσης... Μετά από τόσο καιρό απόσταση... με πέτυχες στον δρόμο όπου πηγαίνω για την πρώτη μου πρόβα! Ήταν μια πολύτιμη διαδρομή αυτή για εμένα... Και σε αυτήν την τόσο σημαντική ημέρα για εμένα... Έτυχε να σε συναντήσω και έπρεπε να ακούσω όλα αυτά... Δεν ήταν ό,τι καλύτερο... Βλέπεις... Όταν ξεκινάς κάτι μετά από καιρό... Είναι τόσο εύθραυστη η σχέση σου μαζί του... Η παραμικρή φράση μπορεί να παίξει τον ρόλο της... Κάτι που θα πει ή θα κάνει ο άλλος... δυστυχώς, μπορεί να σε επηρεάσει... Κάτι που θα συμβεί μπορεί να σε αποθαρρύνει ή να σε ενθαρρύνει... αλλά συνήθως είναι πιο εύκολο το πρώτο... Ήταν μία πολύ σημαντική ημέρα... Πριν σε συναντήσω σκεφτόμουν τα πάντα γύρω από την πρόβα μου... Είναι τόσο σημαντική η πρώτη πρόβα... τόσο ιερή... Ήμουν απόλυτα προετοιμασμένη για αυτό που θα γίνει... Έχω τα χαρτιά μου, τα στυλό μου... Έχω τα άνετα ρούχα μου μέσα στην τσάντα μου... Έχω τις σημειώσεις μου... Έχω τις μουσικές μου... Ήμουν σε μία συγκεκριμένη ατμόσφαιρα... και είχα τόση ανυπομονησία... Τώρα δεν ξέρω... Σαν να μου έφυγε η όρεξη... Ίσως και για αυτό να εκνευρίστηκα τόσο πολύ μαζί σου... ΚΑΙ για αυτό... Όχι μόνο για αυτό... Μην πάρεις θάρρος... Έτσι κι αλλιώς, δεν θα μου άρεσε ο τρόπος σου... Σε ό,τι διαδρομή κι αν με πετύχαινες... Αλλά εσύ... Με πέτυχες... Σε αυτήν την τόσο... τόσο ιδιαίτερη διαδρομή μου... Λίγο πριν σε συναντήσω... Δεν μπορείς να φανταστείς τι συνέβαινε μέσα μου... Το χάος! Πηγαίνω στην πρώτη μου πρόβα μετά από τόσο καιρό... Θα μπορούσα να μην σου το πω. Αλλά σου το λέω. Μέσα από αυτό φαντάζομαι πως θέλω να σου πω... πως ποτέ δεν ξέρουμε σε τι σημείο πετυχαίνουμε τον άλλον... Δεν ήθελα να μου συμβεί όλο αυτό σήμερα... Δεν ήθελα να με φέρεις αντιμέτωπη με εμένα... Δεν ήθελα να έχει γίνει αυτή η συνάντηση... Στο αμέσως προηγούμενο τετράγωνο πριν σε συναντήσω... τραγουδούσα... Το πιστεύεις; Τραγουδούσα... Την ημέρα που πάω στην πρώτη μου πρόβα... μου έκανες όλο αυτό το κήρυγμα για εμένα και για την σχέση μου με την τέχνη μου... Περίεργο ε; Και είναι πολύ επικίνδυνο αυτό το σημείο... Που αποφασίζεις να ξεκινήσεις ξανά κάτι που έχεις αφήσει για καιρό και μετά σου λέει κάποιος κάτι και απογοητεύσαι... ή στενοχωριέσαι... ή πανικοβάλλεσαι... Η μόνη λύση είναι να μην ακούς κανέναν. Αλλά πόσο δύσκολο είναι! Πόσο πολύ δύσκολο! Τι σου λέω τώρα... Τα ίδια και τα ίδια... Επαναλαμβάνομαι... Και όταν αρχίζω να επαναλάμβανομαι είναι το σημείο που πρέπει να σταματήσω. Φτάσαμε στο τέλος του τετραγώνου... Μπορείς να φύγεις τώρα...»

«Δεν μπορώ να φύγω τώρα... Μου είπες όλα αυτά... Δεν το πιστεύω... ότι πήγαινεις στην πρώτη σου πρόβα... Θέλεις να μου μιλήσεις για αυτήν; Για τι κάνεις πρόβα; Θα μου πεις;Θα είσαι μόνη σου; Είναι με κάποια ομάδα; Εσύ γράφεις το κείμενο; Θα παίξεις ή θα σκηνοθετήσεις; Θα...» είχε έρθει σε δύσκολη θέση παρόλο που δεν ήταν αυτός ο στόχος μου...

Σταμάτησα να περπατάω και σταμάτησε και εκείνος δεν ήθελα να περάσουμε κι άλλο τετράγωνο περπατώντας μαζί...

«Μην με ρωτήσεις τίποτα άλλο. Δεν μπορώ να σου απαντήσω... Δεν θέλω να σου απαντήσω. Δεν θα σου πω τίποτα. Ποτέ δεν λέω. Σε κανέναν. Ποτέ δεν μιλάω για αυτά που κάνω. Νιώθω πως αν μιλήσω για αυτά... Μου φεύγουν... Τα χάνω... Μου γλιστράνε... Ακόμα δεν ξεκίνησα καλά καλά... Δεν είναι δίκαιο... Απέναντι στην προσπάθεια που κάνω... Δεν θέλω να μιλάω... Κάνω την πρώτη μου πρόβα... δεν ξέρω καν αν θα φτάσει να γίνει παράσταση... Δεν θέλω να μιλήσω τώρα για τίποτα... Θα προσπαθήσω να βρω απλά ξανά την αγάπη μου για το αντικείμενό μου... και την πίστη μου... και στον έαυτό μου και στην τέχνη μου... Αλλά δεν θέλω να μιλήσω άλλο για αυτό...»

«Συγνώμη.» μου είπε.

«Συγνώμη.» επανέλαβε. «Και αυτήν την φορά το εννοώ και νομίζω πως το λέω και για τους σωστούς λόγους...»

Χαμογέλασα.

«Κράτησε την συγνώμη σου. Έχεις είκοσι συγνώμες να ζητήσεις... κράτησε την συγνώμη σου για έναν από αυτούς τους ανθρώπους... και μετά από τις είκοσι συγνώμες αν θέλεις ακόμα να ζητήσεις και από εμένα... Εδώ θα είμαι και εδώ θα είσαι... για να μου πεις την συγνώμη σου...» δεν ενιωθα πια τόσο εκνευρισμένη... ένιωθα ήρεμη... και τον ένιωθα κι αυτόν πιο ήρεμο και σαν να φεύγει σιγά σιγά από την δύσκολη θέση που είχε έρθει.

«Θα τα πούμε πιο σύντομα από ό,τι νομίζεις...» μου είπε.

Κούνησα το κεφάλι... και από μέσα μου αναρωτήθηκα αν πραγματικά αυτός ο άνθρωπος θα μιλούσε με τους είκοσι ανθρώπους που εκτιμάω και θαυμάζω... αν θα τους ζητούσε συγνώμη...

Χαμογέλασε.

Μου ξαναέδωσε το χέρι του, του ξαναέδωσα το χέρι μου, προς μεγάλη μου έκπληξη το σήκωσε στα χείλη του και το φίλησε και μου είπε

«Δεσποίνις μου...»

Άφησε το χέρι μου... και... χωρίς να περιμένει και από εμένα να του πω κάτι... Έφυγε... χωρίς να μου πει τίποτα άλλο... Απλά γύρισε την πλάτη του... και τον είδα να περπατάει... Με ένα σίγουρο σταθερό βήμα... εντελώς πραγματικό... και απόρησα πως στην αρχή τον είχα νομίσει πλάσμα της φαντασίας μου... πως έστω και για μια στιγμή μου φάνηκε μη αληθινός...

«Τα λέμε από κοντά! Είκοσι συγνώμες αργότερα!»

Φώναξε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει γνωρίζοντας πως θα τον κοίταζα μέχρι να φύγει...

Για μια ακόμα φορά ένιωσα την ελπίδα να έρχεται και να με γεμίζει...

Σκέφτηκα τους είκοσι ανθρώπους μου... και φαντάστηκα να τους ζητάνε συγνώμη...

Με το που τον έχασα από τα μάτια μου... Συνέχισα τον δρόμο μου...

Και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα αφού έφυγε αυτός ο άνθρωπος που συνάντησα τυχαία, το πρώτο πράγμα που έκανα, ήταν να ζητήσω κι εγώ μία συγνώμη... Την όφειλα αυτήν την συγνώμη... Ζήτησα συγνώμη από τον έαυτό μου... Για όλη αυτήν την απόσταση, για όλο αυτόν τον καιρό, που επέτρεψα στην πραγματικότητα να νικήσει την φαντασία, που επέτρεψα στην ζωή να μου κλέψει την τέχνη...

Και μετά από όλα αυτά... πήγα να κάνω την πρόβα μου...

Μετά από πολύ πολύ πολύ καιρό...

Την πρώτη μου πρόβα...


No comments:

Post a Comment