9/24/14

Αυτοκινητάκια


Πέρασαν από μπροστά μου τρέχοντας για να πάνε στα αυτοκινητάκια του περιπτέρου... Αυτά τα αυτοκινητάκια που τους ρίχνεις λεφτά, παίζουν μουσική, κουνιούνται πέρα, δώθε, πάνω, κάτω, και ενθουσιάζουν όλα τα μικρά παιδάκια... Ήταν δύο αδέρφια, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι... και η μητέρα τους ερχόταν πιο πίσω σπρώχνοντας ένα καρότσι με ένα μωράκι... Φαινόταν κουρασμένη... Μπήκαν μέσα στα αυτοκινητάκια... ήταν δύο τα αυτοκινητάκια-δύο και τα παιδάκια οπότε δεν υπήρξε καμία παιδική σύγκρουση για το ποιος θα μπει πρώτος και ποιος δεύτερος... Άρχισαν να παίζουν ότι οδηγούν... ενώ η μητέρα τους άρχισε να τους φωνάζει να έρθουν γιατί πρέπει να πάνε σπίτι... Εκείνα συνέχιζαν να παίζουν και να παίζουν και να παίζουν... Σταμάτησε δίπλα στο περίπτερο και τους το ξαναείπε... Να σταματήσουν, να κατέβουν, να φύγουν... Τίποτα εκείνα... Γυρνούσαν το τιμόνι... Πατούσαν την κόρνα... Η μητέρα συνέχισε τον δρόμο της προσπερνώντας το περίπτερο, προσπερνώντας τα αυτοκινητάκια, προσπερνώντας το παιχνίδι των παιδιών της με την ελπίδα πως αν φύγει θα την ακολουθήσουν αλλά τίποτα... Σταμάτησε λίγο πιο πέρα γύρισε το κεφάλι και τους ξαναφώναξε... «Ελάτε, παιδιά! Άντε! Πρέπει να πάμε σπίτι! Ελάτε, είπα!» αλλά τίποτα... Κανένα αποτέλεσμα σαν να μην ακούν... Γέλια, ήχοι και φωνές στα αυτοκινητάκια... Εκείνη συνέχισε να περπατάει λίγο πιο κάτω μήπως τα κάνει να πιστέψουν πως θα φύγει... Είναι αυτή η μέθοδος που κάνουν οι γονείς... Κάνω πως φεύγω για να πιστέψει το παιδί πως το αφήνω πίσω... Μερικές φορές, του το λέω και σαν απειλή «Αν δεν έρθεις, θα φύγω.»... Ποτέ δεν την κατάλαβα αυτήν την μέθοδο... Έχω την αίσθηση πως ανάμεσα στα διάφορα που δημιουργεί στο παιδί... του προκαλεί και αίσθημα εγκατάλειψης... Ήθελα να γίνει μια έρευνα σε σχέση με το τι δημιουργούν στα παιδιά αυτά που αποφασίζουν να τους πουν οι μεγάλοι... απλά και μόνο για να καταφέρουν να τα βγάλουν πέρα, για να σταματήσουν ένα παιχνίδι ή για να κάνουν το παιδί να φάει, να κοιμηθεί, να το ένα, να το άλλο... για να κάνουν το παιδί να κάνει αυτό που εκείνοι θέλουν... Το αγοράκι φωνάζει στην μητέρα του «Έλα, μαμά! Γιατί δεν μας αφήνεις να παίξουμε; Γιατί δεν μας αφήνεις να οδηγήσουμε; Χωρίς λεφτά!»... Γιατί τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη τα χρήματα για να παίξουν... Δεν χρειάζονται το νόμισμα που θα δημιουργήσει την μουσική και την κίνηση... Παίζουν μια χαρά και στο ακίνητο αυτοκινητάκι χωρίς να έχουν ανάγκη από καμία μελωδία να συνοδεύει το παιχνίδι τους φτιάχνοντας τα ίδια τους ήχους... χωρίς να έχουν καμία ανάγκη το πάνω, κάτω, πέρα, δώθε... αφού τα ίδια φαντάζονται πως κάνουν το αυτοκίνητο να κινείται... Ανάμεσα στα «Μπιπ, Μπιμ» και στα «Τουτ, τουτ»... ακούω την μητέρα να φωνάζει από ακόμα πιο μακρυά «Τελειώνετε, ελάτε!» και συνεχίζει να απομακρύνεται περπατώντας... Το κοριτσάκι... καταλαβαίνει πως παραέμειναν ώρα, πως παρατράβηξαν το σκοινί, βλέπει και την μητέρα του να φεύγει... αγχώνεται λιγάκι... βγαίνει από το αυτοκίνητο... και τρέχει προς την μητέρα του... ενώ εκείνη της φωνάζει να φέρει και τον αδερφό της που εκείνος, προφανώς επειδή γνωρίζει τις μεθόδους της μητέρας του, δεν δίνει καμία σημασία στο όλο σκηνικό... Το κοριτσάκι πάει στην μητέρα χωρίς τον αδερφό της... Όλη η οικογένεια έχει απομακρυνθεί... αλλά εκείνος δεν αγχώνεται και δεν φοβάται... Παίζει στο αυτοκινητάκι του και, μάλιστα, με το που φεύγει η αδερφή του, αφού συνεχίζει λίγο στο δικό του αυτοκίνητο, δεν του αρκεί αυτό... του έρχεται η ιδέα, πετιέται από το ένα αυτοκίνητο και μπαίνει στο άλλο σαν να θέλει να δοκιμάσει την οδήγηση και εκεί... και αρχίζει και κάνει άλλους ήχους εκεί και άλλες κινήσεις... σαν το κάθε αυτοκίνητο να έχει την δική του κίνηση και τον δικό του ήχο... Βλέπω την μητέρα πιο μακρυά, δίπλα στο καρότσι και δίπλα στο κορίτσι... Του φωνάζει αλλά εκείνος τίποτα... Συνεχίζει να προχωράει αλλά εκείνος τίποτα... «Θα φύγω!» του λέει... Έλεγα κι εγώ, δεν θα το πει;... Και αφού δεν έπιασε η μία μέθοδος πάει στην άλλη... στέλνει το κοριτσάκι... το οποίο έρχεται τρέχοντας ξανά και λέει στον αδερφό της «Έλα, η μαμά θέλει να σου πάρει κάτι!» δεν του είπε «κάτι» του είπε ένα συγκεκριμένο «κάτι» αλλά εγώ δεν άκουσα την λέξη. Σαν «χόντο» μου ακούστηκε αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω... απορούσα τι είναι το «χόντο»... κάποιο παιχνίδι μάλλον; Ή κανένα γλυκό; Ό,τι κι αν ήταν δεν είχε ιδιαίτερη σημασία... Ήξερα ποια ήταν η συνέχεια της ιστορίας... Ήταν μία ακόμα γνωστή μέθοδος που χρησιμοποιούν οι μεγάλοι προς τα παιδιά τους... Το ψέμα... Ο μικρός φωνάζει ενθουσιασμένος «Θα μου πάρει χόντο (ή ό,τι ήταν αυτή η λέξη!);!» Και βγαίνει από το αυτοκινητάκι χωρίς δεύτερη σκέψη και πάει τρέχοντας, όσο πιο γρήγορα μπορεί, στην μητέρα του φωνάζοντας «Θα μου πάρεις χόντοοοοο (ή ό,τι ήταν αυτή η λέξηηηηη);;;» Και εγώ σκέφτομαι... Α! Ακόμα δεν έχεις καταλάβει μικρούλη αυτήν την μέθοδο των μεγάλων... Σε λίγο καιρό θα την ξέρεις κι αυτήν και ούτε αυτή θα είναι αρκετή να σε βγάλει από το αυτοκινητάκι σου... Δεν μπορώ να ακούσω τι λένε... αλλά τους βλέπω από μακρυά... Η γλώσσα του σώματος... Η μητέρα κάνει κάτι κινήσεις σαν να δηλώνει ότι, φυσικά, δεν θα του αγοράσει αυτό που του τάξανε και το αγόρι σταυρώνει τα χέρια του και θυμώνει... και πολύ καλά κάνει... Σου λένε κάτι και εσύ τους πιστεύεις... Σου δημιουργούν ενθουσιασμό και μετά σου τον κλέβουν... Σου κλονίζουν την εμπιστοσύνη σου, χωρίς να το ξέρεις... Είμαι πολύ περίεργη και αυτή η μέθοδος τι ακριβώς δημιουργεί στα παιδιά... Αυτό το σου τάζω κάτι που δεν θα στο δώσω ποτέ... Ή το σου λέω ψέματα... Πόσο καλό είναι να μαθαίνει το παιδί πως του τάζουν διάφορα για να συμπεριφερθεί όπως θέλουν;... Ή να μαθαίνει πως του λένε ψέμματα για να το χειριστούν;... Για να μην σχολιάσω το να στέλνει κανείς το ένα παιδί να πει «ψέμματα» στο άλλο...

Βλέπω την οικογένεια από μακρυά... Να φεύγουν όλοι μαζί... Και λίγο πριν στρίψουν στην γωνία... Το αγοράκι που περπατάει πίσω από όλους... πάντα, αυτός που καταλαβαίνει περισσότερα περπατάει πίσω από όλους... σαν να αισθάνεται πως τους παρατηρώ... γυρίζει και με κοιτάζει... σαν μόνο με εμένα να μπορεί να μοιραστεί την στιγμή του... Πιάνει ένα αόρατο τιμόνι, κάνει για λίγο πως οδηγεί, ένα αόρατο αυτοκίνητο και μου χαμογελάει σαν να μου λέει... «Δεν έχω ανάγκη από τα αυτοκινητάκια του περιπτέρου για να φτιάξω τον κόσμο μου... μπορώ να μείνω και να παίξω σε αυτόν μακρυά από τους μεγάλους με τις περίεργες μεθόδους τους...»... και μετά ενώ έχουν στρίψει όλοι οι υπόλοιποι, εκείνο σταματάει στην γωνία, χωρίς να παίζει πια το αόρατο αυτοκίνητο του, με χαιρετάει και φεύγει...

Στρίβω το κεφάλι μου να δω ξανά τα δύο αυτοκινητάκια του περιπτέρου άδεια πια... χωρίς ήχους και χωρίς κινήσεις... Είχε κάτι το αόρατο αυτοκίνητό του που μου άρεσε πιο πολύ... Ακούω ποδοβολητά και βλεπώ τρία παιδάκια να τρέχουν προς τα δύο αυτοκινητάκια και πίσω δύο γονείς, οι οποίοι μου φαίνονται κουρασμένοι, να τους φωνάζουν... Αλλά εκείνα δεν ακούν... ήδη έχουν μπει το ένα στο ένα αυτοκινητάκι και τα άλλα δύο στο άλλο και έχουν αρχίσει την ιστορία του φανταστικού τους δρόμου...

Και η ιστορία συνεχίζει... και συνεχίζει... και συνεχίζει... και εγώ αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν οι κουρασμένοι γονείς έλεγαν στα παιδιά τους αλήθειες αντί για ψέματα και αν αντί να έκαναν πως φεύγουν, επέλεγαν να μείνουν. Τι θα γινόταν αν αντί να απειλούσαν απλά εξηγούσαν; Τι θα γινόταν αν οι γονείς χρησιμοποιούσαν διαφορετικές μεθόδους από αυτές που επιλέγουν να χρησιμοποιούν... Αναρωτιέμαι αν τότε οι γονείς θα ήταν, έστω και λίγο, πιο ξεκούραστοι... γιατί στο δικό μου το μυαλό όλοι αυτοί οι περίεργοι τρόποι, που μόνο οι γονείς θα μπορούσαν να εφεύρουν, μου φαίνονται πολύ πιο κουραστικοί... Εξαντλητικοί...

Πόσο πιο απλός θα ήταν ο κόσμος...
Αν έδινες στα παιδιά να καταλάβουν...τον πραγματικό κόσμο των μεγάλων...

Πόσο πιο μαγικός θα ήταν ο κόσμος...
Αν έδινες στους μεγάλους να καταλάβουν... τον φανταστικό κόσμο των παιδιών...

No comments:

Post a Comment