4/25/13

Σάββατο πρωί.



Σάββατο πρωί. Κατά τις 8. Στο μοναστηράκι. Στην πλατεία. Στο κέντρο. Να κάθομαι στον ήλιο με την τεράστια τσάντα πλάτης δίπλα μου, με χαρτιά στα γόνατά μου και να γράφω άγαρμπα και άτσαλα και όχι σε ευθείες γραμμές, με ένα μισοτελειωμένο μαρκαδοράκι. Σκέψεις και ιδέες... για να περάσει η ώρα μέχρι τις 9 παρά κάτι που θα πρέπει να σηκωθώ για να πάω στον χώρο του σεμιναρίου. Άγχος και ενθουσιασμός... Για την επαφή μου με το καινούριο, για την ένωσή μου με το παλιό...

Ένας ψηλός, αδύνατος, γκριζομάλλης, ιδιαίτερος κύριος με πλησιάζει. Στέκεται μπροστά μου. Σηκώνω το κεφάλι μου και τον κοιτάζω κι εγώ. Είναι λίγο τρομαχτικός. Το έντονο βλέμμα του γυρνάει γύρω γύρω γρήγορα και βγάζει σπίθες. Σαν τρελοεπιστήμονας ή σαν επικίνδυνος πανέξυπνος κακός κάποιου σκοτεινού παραμυθιού...

«Να σου κάνω μια ερώτηση κρίσεως;» με ρωτάει κάνοντας ήδη μια ερώτηση, όχι κρίσεως.

Δεν φοβάμαι. Δεν τον φοβάμαι. Αν ήταν βράδυ μπορεί και να φοβόμουν. Αν ήμουν μόνη μου μπορεί και να φοβόμουν. Αλλά έχει φως και κόσμο. Και, επίσης, χωρίς να τον γνωρίζω τον νιώθω κοντά μου. Σαν να είναι οικεία η ατμόσφαιρά του. Μπα... Ακόμα και χωρίς φως και χωρίς κόσμο... δεν θα τον φοβόμουν... Έχει κάτι δικό μου... Ανησυχητικό αυτό το γεγονός αλλά πραγματική αυτή η πραγματικότητα...

«Ναι» απαντάω έχοντας στην άκρη του μυαλού μου πως το πιθανότερο είναι να μου ζητήσει τσιγάρο που δεν έχω ή φωτιά που δεν έχω ή χρήματα που δεν έχω. Χρήματα που ακόμα κι αν είχα δεν θα μπορούσα να του δώσω γιατί θα πίστευα πως θα τα ξοδέψει σε ουσίες που είναι κατά της ουσίας, κατά της ζωής.

«Ποιο είναι το αντίθετο του «σοφός»;» ακούω την ίντριγκα στην φωνή του και η ερώτησή του με εκπλήσσει ευχάριστα.

Θέλει να παίξουμε παιχνίδι! Και δεν υπάρχει παιχνίδι στο οποίο να μην θέλω να πάρω μέρος! Το μυαλό μου αρχίζει να σκέφτεται εκδοχές αντιθέτων.

«Δεν ξέρω» απαντάω απογοητευμένη γιατί ξέρω πως κάποια παγίδα κρύβεται πίσω από την ερώτηση και καμία εσωτερική απάντησή μου δεν τα κατάφερε να την ανακαλύψει.

Σκύβει προς το μέρος μου κρατώντας μια απόσταση τόση ώστε να μπορώ να ακούσω τον ψίθυρό του.

«Σκέψου την λέξη ανάποδα...» μου λέει με το ύφος μικρού αγοριού που μόλις έχει κάνει μια σκανδαλιά.

Διαβάζω εγώ ανάποδα την λέξη μέσα στο μυαλό μου. Σοφός. ςοφόΣ. Χαμογελάω.

Και εκείνος μου λέει πονηρά και παιχνιδιάρικα

«Το αντίθετο του «Σοφός» είναι «Σοφός».»

Και μετά συνεχίζει

«Ξέρεις ένα γυναικείο και ένα ανδρικό όνομα που να ισχύει το ίδιο; Να διαβάζονται και ίσια και ανάποδα και να μένει ίδια η λέξη;»

«Άννα!» φωνάζω εγώ ενθουσιασμένη. «Αλλά δεν ξέρω το ανδρικό...»

«Σάββας.» μου λέει εκείνος και εγώ χαμογελάω πάλι.

«Έχεις πάρει κάποιο πτυχίο;» με ρωτάει με σοβαρότητα και εγώ νομίζω πως το παιχνίδι τελείωσε και επιστρέψαμε στην πραγματικότητα.

«Είμαι ηθοποιός.» του απαντάω με την ίδια σοβαρότητα.

«Ξέρεις τι σημαίνει ηθοποιός;» και πριν καλά καλά προλάβει να τελειώσει την ερώτησή του του απαντάω «Ποιώ ήθος...» με ένα μικρό μαχαιράκι στην καρδιά γιατί δεν με αφήνουν να εξασκήσω το επάγγελμά μου όπως θα έπρεπε και όπως θα ήθελα «Όχι.» μου απαντάει εκείνος βγάζοντας το μαχαιράκι από την καρδιά μου. «Φως.» και εκείνη την ώρα ο ήλιος υπογραμμίζει την φράση του ρίχνοντας τις αχτίνες του στα μάτια μου, βιώνοντας το «Ηθοποιός σημαίνει Φως» και εμποδίζοντάς με να τον κοιτάξω. Εκείνος γίνεται σκιά. Και εγώ βάζω το χέρι μου μπροστά στα μάτια μου κάνοντας σκιά για να εξαφανίσω την σκιερή μορφή του.

Εκείνος μοιάζει να μονολογεί...

«Πόσο πληρώνονται οι ηθοποιοί; Πολύ; Λίγο; Ξέρεις ποιος φταίει που πληρώνονται λίγο; Όλοι. «Σκάσε και δούλευε» έλεγε ο Χ «Σκάσε και δούλευε»...»

Και ενώ εγώ αναρωτιέμαι ποιος είπε ότι το είπε, ποιος είναι ο Χ, εκείνος περπατάει έντονα πάνω κάτω και μετά σαν να με θυμάται επιστρέφει σε εμένα, στέκεται ξανά μπροστά μου και με ρωτάει, αλλάζοντας ύφος, συνομωτικά...

«Ξέρεις τι σημαίνει ψυχίατρος;»

«Ιατρός της ψυχής. Αυτός που γιατρεύει την ψυχή...» του λέω εγώ ενώ το φως που με χτυπούσε φεύγει σιγά σιγά από τα μάτια μου.

«Όχι.» απαντάει εκείνος.

Κατεβάζω το χέρι μου γεμάτη περιέργεια.

«Δουλεύω τον κόσμο.»

Και εγώ γελάω με την (μη γιατρεμένη) ψυχή μου.

«Αυτό ήταν το καλύτερο...» του λέω
«Το καλύτερο δεν το γνωρίζω...» μου λέει

Και έπειτα κάνει ένα βήμα μπροστά, προς τα εμένα

«Ψυχίατροι. Δουλεύουν τον κόσμο. Πες μου, ποιοι είναι τρελοί αυτοί ή εμείς;»

«Όλοι;» του απαντάω ρωτώντας τον.

Κουνάει το κεφάλι του καταφατικά ή, μήπως, αρνητικά δεν είμαι σίγουρη.

«Ψυχίατρος. Ποιος είναι πιο τρελός. Εγώ ή αυτός;»

«Μπορεί εσύ... Μπορεί αυτός... Μπορεί και...

«Και οι δύο...» με συμπληρώνει. «Έχεις δίκιο. Και οι δύο. Ειδικά σε αυτήν την περίπτωση που το «εγώ» και το «αυτός» ταυτίζεται. Βλέπεις, τυχαίνει να είμαι και ο τρελός και να είμαι και ο ψυχίατρος» μου λέει και δεν μπορώ να καταλάβω αν μου κάνει πλάκα. «Εγώ είμαι ο ψυχίατρος. Εγώ είμαι ο τρελός.»

Μου δίνει το χέρι του.

«Σάββας ο σοφός.»

Δίνω κι εγώ το χέρι μου.

«Άννα, χωρίς το «σο», σκέτο φως.»

«Άννα σκέτο φως» επαναλαμβάνει αυτός...

Κουνάει το χέρι μου.

«Ψυχίατρος.»

Κουνάω το χέρι μου.

«Ηθοποιός.»

Τα χέρια ακινητοποιούνται.

«Γιατρεύω την ψυχή.»
«Φτιάχνω το ήθος.»

Τα χέρια απομακρύνονται.

Και, κοιτάζοντάς με, ξεκινάει να κάνει βήματα προς τα πίσω... Γυρίζει την πλάτη του... Κάνει δύο-τρία βήματα... Σταματάει... Γυρίζει το κεφάλι του σκεφτικός και μου λέει... «Άννα, που δεν σε λένε Άννα, μην φοβάσαι, δεν είσαι τρελή.» Κι εγώ του απαντάω «Σάββα, που δεν σε λένε Σάββα, δεν φοβάμαι να είμαι τρελή.». Και εκείνος γελάει με την (μη γιατρεμένη) ψυχή του. «Δεν φοβάσαι να είσαι σοφή, δηλαδή... Δεν φοβάσαι να είσαι σοφή... » επαναλαμβάνει σαν να με διορθώνει και ύστερα στρίβει την πλάτη του και φωνάζει καθώς απομακρύνεται από εμένα «Θα τα πούμε μέσα στα επόμενα αύριο...» σαν να θεωρεί δεδομένο πως θα με ξαναδεί...

Και εγώ τον βλέπω να φεύγει με ένα περπάτημα σαν να αιωρείται... σαν να μην αγγίζουν τα πόδια του την γη... Μέχρι που τον χάνω από τα μάτια μου...

Μαζεύω τα χαρτιά μου, τα βάζω στην τσάντα μου, την φοράω στην πλάτη μου, σηκώνομαι κρατώντας το μαρκαδοράκι μου στο ένα χέρι και κοιτάζοντας την ώρα στο άλλο... Αποφασίζω να πάω να γεμίσω τον υπόλοιπο χρόνο περπατώντας... Στέκομαι και για μια στιγμή νιώθω χαρά που απλά η ζωή μου φέρνει τέτοιες ζωντανές ιστορίες μπροστά μου...

Ο ήλιος βγαίνει... και με το φως... νιώθω σοφός...

Δεν φοβάμαι να είμαι τρελή...
Δεν φοβάμαι να είμαι σοφή...

Σκέφτομαι και περπατάω κι εγώ στα δικά μου αόρατα διάφανα σύννεφα χωρίς να φοβάμαι...





No comments:

Post a Comment