8/8/14

-Πώς; -Απλά.



-Δεν μπορώ να καταλάβω πώς το κάνεις! Πώς γράφεις ό, τι ακριβώς αισθάνεσαι; Πώς εκφράζεσαι μέσα από τις λέξεις; Πώς το κάνεις; Εγώ όσο κι αν προσπαθώ αυτό είναι το αποτέλεσμα: Τσαλακωμένα χαρτιά... Μουτζουρωμένες σκέψεις... Τίποτα δεν γίνεται όπως το νιώθω. Τίποτα δεν είναι όπως το θέλω. Ξεκινάω κάτι και δεν το τελειώνω. Σταματάω κάτι και δεν το ξαναρχίζω. Έχω μια ιδέα και μετά γίνεται αέρας. Έχω έναν αρχικό ενθουσιασμό και μετά γίνεται μια τελική απογοήτευση. Μου φαίνεται δύσκολο να γράψω, να εξελίξω, να χτίσω, να επιμείνω, να ολοκληρώσω, να χαρώ την δημιουργία. Όλα μένουν σε ένα στάδιο πρώτης ύλης... Ακατέργαστο, χωρίς νόημα, υλικό... Δεν έχω ιδέα πώς πρέπει να το επεξεργαστώ; Τι να το κάνω; Πώς να το συνεχίσω;

-Πρώτα από όλα... κανένα υλικό δεν είναι χωρίς νόημα. Και δεύτερον από όλα... δεν είμαι εγώ αυτός ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάς... Δεν το κάνω. Δεν γράφω ΑΚΡΙΒΩΣ ό, τι αισθάνομαι. Δεν εκφράζομαι όπως και όσο θα ήθελα μέσα από τις λέξεις. Απλά δεν με πειράζει. Την στιγμή που αντιλαμβάνεσαι πόσο μακρυά είναι αυτό που γράφεις από αυτό που αισθάνεσαι (όσο συνειδητοποιημένος κι αν είσαι ή νομίζεις ότι είσαι), εκείνη την στιγμή, πλησιάζουν περισσότερο από ποτέ αυτό που συμβαίνει με αυτό που καταγράφεται. Είμαι ελαστική με την γραφή μου, δεν θα γίνει ποτέ η ζωή μου. Ένα κομμάτι της, ναι. Μια οπτική της, ναι. Μα αυτό που είμαι δεν είναι αυτό που γράφεται ακόμα κι αν είμαι εγώ που το γράφω. Δεν μπορώ να με μεταφέρω στο χαρτί. Ό, τι κι αν κάνω... Όσα κι αν γράφω... δεν μπορώ να με κάνω αθάνατη. Δεν μπορώ να με συνεχίσω. Απλά προσπαθώ να μείνει ένας απόηχος μου... (για αυτό προσπαθώ να κάνω όσο γίνεται πιο καθαρό τον ήχο...) Ένας αντίλαλος... (για αυτό προσπαθώ να γίνει όσο γίνεται πιο καθαρή η φωνή...) Ένας... δεν ξέρω τι... άνθρωπος (όσο γίνεται πιο κοντά σε αυτό που είμαι χωρίς να είναι απαραίτητα εγώ); Ένας ανθρώπινος απόηχος-αντίλαλος...


8/4/14

Τώρα κι αν...



Δεν μπορώ να σε παρατήσω τώρα, ζωή... Δεν γίνεται... Το καταλαβαίνεις; Δεν σε παράτησα τότε... ή τότε... ή τότε... Πώς είναι δυνατόν να επιλέξω να παραιτηθώ τώρα παρατώντας σε; Όχι. Τώρα κι αν είναι που πρέπει να φανώ πιο δυνατή από ποτέ για να στηρίξω όσους με χρειάζονται... Τώρα κι αν είναι που πρέπει – επιβάλλεται – και θέλω να δώσω ελπίδα... Τώρα κι αν είναι που πρέπει να αγωνιστώ για το καλύτερο... Τώρα κι αν είναι που πρέπει να αποδείξω και σε εμένα και στους άλλους πως μπορούν να γίνουν τα πράγματα διαφορετικά... Τώρα κι αν είναι που πρέπει να δώσω αγάπη σε όσους την χρειάζονται... Τώρα κι αν πρέπει να προστατεύσω τα όνειρα των παιδιών... Τώρα κι αν πρέπει να υπερασπιστώ τα δικαιώματα των μεγάλων... Τώρα κι αν πρέπει να δείξω την άλλη πλευρά του νομίσματος... Τώρα κι αν πρέπει να ερωτευτώ... Τώρα κι αν πρέπει να επικοινωνήσω... Τώρα κι αν πρέπει να δίνω όλο μου τον εαυτό… Aπό το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο κομμάτι σου...

Τώρα που ο κόσμος γκρεμίζεται και η εποχή καταρρέει...

Τώρα που οι άνθρωποι απογοητεύονται και οι άνθρωποι απογοητεύουν...

Τώρα κι αν είναι Ζωή που πρέπει να σε Ζήσω...

8/3/14

Κλεισμένοι



Κοίταζα την ανοιχτή ντουλάπα μου... Όλα αυτά τα ρούχα... Όλα αυτά τα αντικείμενα... Για μια μελλοντική πιθανότητα... να φορεθούν... ή να χρησιμοποιηθούν... Για κάποιο λόγο... Δεν τα ήθελα πια... Όχι έτσι... κλεισμένα... Άρχισα να βγάζω μία μία τις κούτες... Η κάθεμία είχε γραμμένο πάνω της με μαρκαδόρο το περιεχόμενό της... Λουλούδια... Καπέλα... Βεντάλιες...

Μπήκε μέσα στο δωμάτιο και ήρθε δίπλα μου... Έκλεισε την ντουλάπα και με κοίταξε...

«Δεν γίνεται να τα πετάξεις.» μου είπε.
«Δεν θα τα πετάξω, θα τα χαρίσω.» απάντησα.

Ήξερα τι έπρεπε να γίνει.

«Είσαι σίγουρη;» μου είπε.
«Είμαι σίγουρη.» του είπα.

«Τότε... θα σε βοηθήσω.» είπε και άνοιξε ξανά την ντουλάπα... Άρχισε να κατεβάζει τις δύσκολες κούτες... Τις μεγάλες... Τις βαριές...
«Μπορείς να πάρεις ό, τι θέλεις.» του είπα.
«Δεν θέλω τίποτα. Μόνο να είσαι καλά.» μου είπε.
«Είμαι καλά. Για την ακρίβεια... Είμαι πολύ καλά. Είχα καιρό να είμαι τόσο καλά. Απλά δεν θέλω να τα κρατάω πια...» του είπα.

Γεμίσαμε όλο το δωμάτιο με κούτες και κουτάκια... με ρούχα, φορέματα χρωματιστά, περίεργες μπλούζες... με αντικείμενα, φλυτζάνια γυάλινα, καρεκλάκια παιδικά... ούτε που ξέρω τι βγήκε από εκείνη την ντουλάπα...

Να μαζεύω... να μαζεύω... για το μέλλον...

Τελειώσαμε και ξαπλώσαμε στο πάτωμα ανάμεσα στο χάος...

«Και τώρα τι;» με ρώτησε...
«Τώρα θα έρθουν να τα πάρουν, φίλοι και γνωστοί... Θέλω να χρησιμοποιηθούν... Θέλω να φορεθούν... καταλαβαίνεις; Δεν θέλω να είναι κλεισμένα σε μια ντουλάπα... »
«Και εγώ έτσι νιώθω...» μου είπε δισταχτικά «κλεισμένος σε μία ντουλάπα... αυτό που κάνεις μου δίνει μία αίσθηση ελευθερίας...»
«Δεν είσαι κλεισμένος σε μία ντουλάπα... ποτέ δεν ήσουν... και ποτέ δεν θα είσαι... » τον φίλησα στο μάγουλο, σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να πούμε τίποτα άλλο...

Κι εγώ έτσι ένιωθα... κλεισμένη στην ντουλάπα... Ίσως για αυτό ήθελα να τα ελευθερώσω όλα αυτά... Βαρέθηκα με αυτές τις μελλοντικές πιθανότητες... Μήπως και τα χρειαστώ σαν σκηνικά... σε κάποια παράσταση... Εδώ δεν ξέρω αν θα ξαναπαίξω, αν θα ξαναβιώσω αυτό το συναίσθημα του να... Δεν θέλω πια όλα αυτά να περιμένουν μήπως και ανέβουν στην σκηνή... θέλω να χρησιμοποιηθούν στην ζωή... Θέλω να τα δώσω σε ανθρώπους που θα τα κάνουν κάτι... στο σήμερα και όχι στο αύριο...

Σηκώθηκα και έκλεισα την άδεια ντουλάπα...

Όχι πια κλεισμένες ντουλάπες... Όχι πια κλεισμένοι εαυτοί...

Έφυγα από το δωμάτιο και άφησα ένα χάος πίσω μου...

Για να συναντήσω ένα άλλο χάος μπροστά μου...

Θέλει δύναμη να ξεκαθαρίζεις το χάος... και ακόμα πιο δύναμη να περπατάς μέσα σε αυτό...





8/2/14

Οι δύο λόγοι...



Πριν πολλά πολλά χρόνια για ένα μικρό χρονικό διάστημα ήμουν ηθοποιός μιας ομάδας. Ανάμεσα στις διάφορες ασκήσεις και στα διάφορα παιχνίδια, κάποια στιγμή, κάναμε ένα τεστ στο οποίο έπρεπε να απαντήσουμε σε κάποιες ερωτήσεις. Όταν ρωτηθήκαμε κάτι σε σχέση με το τι μας αρέσει να κάνουμε στην ζωή εγώ απάντησα πως ένιωθα να είμαι προορισμένη για δύο πράγματα, να έχω γεννηθεί για δύο λόγους.

Ο ένας λόγος ήταν το να είμαι πάνω στην σκηνή. Αυτό, στην συγκεκριμένη ομάδα, δεν προκάλεσε καμία εντύπωση. Κάποιοι άνθρωποι με είχαν δει πάνω στην σκηνή και είχαν δει και πόσο προσπαθούσα κάτω από αυτήν. Γνώριζαν και το ταλέντο μου (που, παρένθεση, δεν έχω ιδέα αν υπάρχει ακόμα) αλλά και την ανάγκη μου να αποκτήσω μια τεχνική (που, παρένθεση, δεν κατάφερα να αποκτήσω ποτέ).

Ο δεύτερος λόγος ήταν το να αγαπάω τους ανθρώπους. Αυτό, στην συγκεκριμένη ομάδα, προκάλεσε έκπληξη. Ακόμα θυμάμαι κάποιες αντιδράσεις. Κάποια ειρωνικά γέλια, κάποια παραξενεμένα βλέμματα, κάποιες κοροϊδευτικές φράσεις. Φαινόταν περίεργο, αστείο ή γελοίο το να νιώθεις πως είσαι προορισμένος να αγαπάς.

Θυμάμαι πως αισθάνθηκα, έστω και για λίγο, «κάπως» εκείνη την στιγμή. Ένιωσα να με «κοροϊδεύουν» γιατί εκμυστηρεύτηκα πως αγαπάω όλο τον κόσμο και πως θέλω να βοηθάω τους ανθρώπους. Αλλά αυτό ήταν μία πραγματικότητά μου τόσο ισχυρή! Όσο αγαπούσα την τέχνη άλλο τόσο αγαπούσα και την ζωή!

Προφανώς, στον καλλιτεχνικό, ανταγωνιστικό, σκληρό, κόσμο όπου οι γνήσιες φιλίες σπανίζουν και οι ουσιαστικές σχέσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες, ήταν άξιο γέλιου αυτό που είπα...

Εξάλλου, μπορούμε να μιλάμε για διάφορα... αλλά, καμιά φορά, το να μιλάμε για την αγάπη είναι το πιο δύσκολο από όλα.

Αισθάνθηκα άβολα. Με έπιασαν οι γνώστες ή άγνωστες ανασφάλειές μου... Μήπως δεν έπρεπε να το έχω αναφέρει; Μήπως δεν ήταν ανάλογη η απάντηση στην ερώτηση; Μήπως ήταν λάθος η απάντησή μου; Λες και υπήρχαν σωστές και λάθος απαντήσεις... Μήπως δεν έπρεπε να το έχω μοιραστεί; Ίσως να ένιωσα και την έκθεση της κατάθεσης κάτι πολύ προσωπικού και ο χλευασμός της αλήθειας μου με έκανε να αισθανθώ περίεργα... Γιατί με αντιμετώπισαν σαν να είναι αυτό που λέω κάτι «μικρό»; Σαν να υποτίμησαν την αξία του; Εγώ το ένιωθα μέσα μου τόσο μεγάλο και σημαντικό! Μήπως δεν έπρεπε να το έχω αναφέρει;

Μετά από πολλά πολλά χρόνια ακόμα μου έρχεται στο μυαλό, πού και πού, αυτή η στιγμή...

Όσο μεγαλώνω και γνωρίζω τον εαυτό μου παραπάνω και ζω την ζωή μου όσο καλύτερα μπορώ, τόσο καταλαβαίνω πόσο πετυχημένη και εύστοχη ήταν η τότε απάντησή μου. Μέσα σε μία απάντηση συνδύασα την Τέχνη και την Αγάπη. Και η αλήθεια είναι πως σπάνια συνάντησα την Αγάπη μέσα στην Τέχνη. Στον καλλιτεχνικό χώρο βίωνα μία μόνιμη πάλη να προσπαθήσω να ενώσω δύο κόσμους που για εμένα ήταν αυτονόητα συνδεδεμένοι ενώ για τους περισσότερους δεν φαινόταν να ισχύει αυτό...

Για εμένα η τέχνη είναι αγάπη και η αγάπη είναι τέχνη.

Και ακόμα και αν τότε (και όχι μόνο τότε) γέλασαν μαζί μου, στην πορεία της ζωής μου εγώ συμφώνησα ακόμα παραπάνω με τον τότε εαυτό μου. Κατάλαβα ακόμα περισσότερο πόσο ταλέντο είναι το να αγαπάς. Μπορεί να μην μετράει για τον κόσμο σαν ταλέντο. Μπορεί να μην μετράει για τον κόσμο σαν καμία ιδιαίτερη ικανότητα. Μπορεί να μην υπάρχει κανένα πανεπιστήμιο, καμία σχολή, κανένα πτυχίο, κανένα δίπλωμα, κανένα χαρτί που να μιλάει για αυτό. Μπορεί να μην το αναφέρουν σαν κάτι σπουδαίο. Μπορεί αν το γράψεις στο βιογραφικό σου να γελάσουν μαζί σου και να μην σε πάρουν στα σοβαρά για καμία εργασία. Μπορεί να μην πληρώνεσαι για αυτό, να μην σου δίνει κανένα «κέρδος» με την έννοια που το εννοεί ο περισσότερος κόσμος. Αλλά όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο το πιστεύω. Το να αγαπάς τους ανθρώπους είναι τέχνη. Είναι ταλέντο. Αλλά και μαθαίνεται. Είναι και τεχνική. Και χαίρομαι που κανένα υποτιμητικό γέλιο δεν με έκανε να σταματήσω να εξασκώ αυτό το ταλέντο μου και να το εξελίσσω. Γιατί το μόνο πιο δύσκολο από το να πιστεύεις στους ανθρώπους είναι το να συνεχίσεις να πιστεύεις σε αυτούς, το μόνο πιο δύσκολο από το να εμπιστεύεσαι είναι να συνεχίσεις να εμπιστεύεσαι, το μόνο πιο δύσκολο από το να ερωτεύεσαι να συνεχίσεις να ερωτεύεσαι, το μόνο πιο δύσκολο από το να αγαπάς να συνεχίσεις να αγαπάς. Γιατί η ζωή σου δίνει πάντα αφορμές για να σταματήσεις. Το οτιδήποτε.

Και αυτά τα γέλια, τα κυριολεκτικά ή τα μεταφορικά, που ακούς, κατά καιρούς, ιδιαίτερα όταν είσαι πιο μικρός, ίσως και πιο ευάλωτος, σε κάνουν να θέλεις να κλειστείς στον εαυτό σου...

Μα, ευτυχώς, εγώ από τότε είχα αυτήν την διαφορετική αίσθηση... Ακόμα και αυτούς τους αγάπησα... Αυτούς τους ίδιους που γέλασαν μαζί μου... Βρήκα τρόπο να τους αγαπήσω... Και για αυτό ευθύνεται αυτό το ταλέντο μου με το οποίο οι ίδιοι γέλασαν...

Αυτό το να νιώθω τους ανθρώπους, να τους καταλαβαίνω, να τους συγχωρώ, να τους υποστηρίζω, να τους προστατεύω, να τους λέω την αποψή μου, να τους συμβουλεύω, να τους υποδεικνύω πότε πιστεύω ότι δεν συμπεριφέρονται σωστά, να προσπαθώ να τους κάνω καλύτερους... όπως κάνω και με τον εαυτό μου...

Αυτή η έντονη ενσυναίσθησή μου, αυτό το αιώνιο ενδιαφέρον μου, όχι μόνο δεν θεωρείται προτέρημα από τον περισσότερο κόσμο αλλά θεωρείται και ελάττωμα...

Ευτυχώς, από τότε είχα αυτήν την διαφορετική σκέψη... πως ίσως δεν χρειάζεται να αλλάξω για να ταιριάξω... πως ίσως είναι προτιμότερο να μην αλλάξω και ας μην ταιριάξω ποτέ...

Αυτό και έκανα...

Και όλη αυτή η αγάπη της ζωής έρχεται τώρα να με δικαιώσει... (αν και ποτέ δεν ζήτησα καμία δικαίωση από αυτήν... )

Γιατί αν δεν με άφηνα να είμαι τότε αυτό που ήμουν δεν θα γινόμουν αυτό που είμαι και δεν θα βίωνα τόσο ουσιαστικά τα πράγματα και τις καταστάσεις. Δεν θα αγαπούσα με τον τρόπο που αγαπώ και δεν θα έδειχνα και στους άλλους πως υπάρχει ένας άλλος τρόπος να γίνουν τα πράγματα. Μέσα από την αγάπη.

Και πια σας αφήνω, όσους θέλετε, αν θέλετε, να γελάσετε με αυτό...
Εγώ θα (σας) αγαπώ, έτσι κι αλλιώς...

Δικαίωμά σας το να γελάσετε...
Δικαίωμά μου το να αγαπώ...

Δεν νιώθω καμία έκθεση που το μοιράζομαι...
Κανένα φόβο για το αν είναι λάθος...

Γιατί αυτός είναι ο δρόμος μου...

Η Τέχνη. Η Ζωή.

Και πάνω από όλα η Αγάπη.

Και μπορεί να μην γνωρίζω αν θα ξαναβρεθώ πάνω στην σκηνή, μπορεί να μην ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει με τον ένα λόγο για τον οποίο γεννήθηκα, μπορεί να μην έχω ιδέα αν η εσωτερική ζημιά που μου έχει γίνει είναι προσωρινή ή μόνιμη, μπορεί να μην ξέρω πια αν θα ξαναπαίξω ποτέ ρόλους, τουλάχιστον με τον ουσιαστικό τρόπο που τους έπαιζα, αλλά σε σχέση με τον δεύτερο λόγο για τον οποίο γεννήθηκα ξέρω πως δεν κινδυνεύω... γιατί η αγάπη μου πια το έχει αποδείξει... ό,τι κι αν συμβαίνει... κανείς δεν μπορεί να μου την στερήσει... συνεχίζει να υπάρχει...

Μόνο η αγάπη μένει σίγουρα...

Μόνο η αγάπη...

(Και, παρένθεση, όταν λέω «αγαπώ» δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση αφήνω τους άλλους να καταπατούν τα όριά μου, όταν λέω «καταλαβαίνω» δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση αφήνω τους άλλους να μην σέβονται το ποια είμαι, όταν λέω «συγχωρώ» δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση αφήνω τους άλλους να είναι στην ζωή μου ανεξάρτητα από το πώς μου συμπεριφέρονται, όταν λέω «νιώθω» τους ανθρώπους δεν σημαίνει πως δεν «νιώθω» τον εαυτό μου, δεν σημαίνει πως δεν είμαι άνθρωπος, με τα δικά μου συναίσθήματα, τις δικές μου σκέψεις, τις δικές μου ανθρώπινες πλευρές... Σε καμία περίπτωση το να θυμάμαι τους άλλους δεν σημαίνει ξεχνάω εμένα... )


4/27/14

Είχα μία στενοχώρια...



Είδα μία στενοχώρια...

Να έρχεται από μακρυά και όλο και να με πλησιάζει...

Και την παρακάλεσα να μην φωνάξει την φίλη της και γίνουν δύο στενοχώριες...

Ή την οικογένειά της και γίνουν πέντε στενοχώριες...

Ή την παρέα της και γίνουν επτά στενοχώριες...

Με μία στενοχώρια μπορώ να τα βγάλω πέρα, με περισσότερες δυσκολεύομαι...

Και εκείνη όχι μόνο δεν φώναξε την φίλη, την οικογένεια, την παρέα της...

... Και πόσο την ευχαριστώ για αυτό! ...

Αλλά, αφού ήρθε κοντά μου, κάθισε σε μία γωνίτσα ευγενικά και μου είπε πως θα κάτσει ήσυχη και πως θα φύγει με το που θα νιώσει ότι νιώθω καλύτερα...

Και έτσι κι έγινε...

Ένιωσα καλύτερα...

Και εκείνη έφυγε...

Και ήταν ο πιο σύντομος και ουσιαστικός διάλογος που είχα ποτέ με στενοχώρια...

Και από τότε όποτε με επισκέπτεται...

... Πάντοτε μόνη της φυσικά ...

Αυτό συμβαίνει...

Την αφήνω ήσυχη...

Με αφήνει ήσυχη...

Μένουμε στην σιωπή...

Και με το που θα νιώσω καλύτερα απλά φεύγει...

Και ο μόνος λόγος για να μείνει λίγο παραπάνω είναι όταν δεν γνωρίζω γιατί ήρθε... Όταν νιώθω πως ήρθε απρόσκλητη...Τότε χρειάζεται να συζητήσω μαζί της για να καταλάβω τον λόγο της ξαφνικής επίσκεψής της... Συνήθως, όμως, δεν μιλάμε πολύ. Ξέρω πολύ καλά τον λόγο της επίσκεψής της και δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα παραπάνω...

Και έτσι έρχεται και η φεύγει η στενοχώρια...

Και έτσι την αφήνω εγώ να έρχεται και να φεύγει στην ζωή μου...

Χωρίς να την αγνοώ αλλά και χωρίς να της δίνω περισσότερη σημασία από όση χρειάζεται...

Και έχουμε βρει μια ωραία ισορροπία...

Όπου και εκείνη βρίσκει τρόπο να αναπνεύσει... αλλά και εγώ...

Και έτσι δεν υπάρχει κανένας πανικός...

Γιατί...

Ούτε εγώ ούτε η στενοχώρια τον αφήνουμε να έρθει...

Ούτε εγώ ούτε η στενοχώρια τον προσκαλούμε στις συναντήσεις μας...



4/26/14

Το ποιήμα



Μικρό κοριτσάκι...

Σε έβαλε ο δάσκαλος να διαβάσεις ένα ποιήμα... Το πρώτο σου ποιήμα... Μπροστά σε όλη την τάξη... Και εκεί που όλα τα παιδάκια το διάβασαν γρήγορα για να προσπεράσουν την στιγμή... Εσύ το διάβασες... Αργά και καθαρά και δυνατά... γιατί ήθελες να καταλάβεις την κάθε λέξη... την κάθε τελεία... το κάθε κόμμα... Και παρόλο που οι λέξεις σου φαίνονταν πολύ δύσκολες... και η σύνταξη πολύ περίεργη... κατάφερες να βρεις το νόημα πίσω από αυτές... και να μεταφέρεις την ουσία τους...

Και άρχισες να δακρύζεις... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και άρχισε να τρέμει η φωνή σου... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και άρχισες να κλαις... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και σταμάτησες να κλαις... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και η φωνή σου έγινε σταθερή... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και σκούπισες τα δάκρυά σου... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και χαμογέλασες... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και γέλασες ειρωνικά... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και γέλασες νευρικά... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και γέλασες ασταμάτητα... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και σταμάτησες να γελάς... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και έκανες παύσεις... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και πήρες βαθιές αναπνοές... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και ένιωσες σαν να γράφτηκε το κάθετι για εσένα... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και ένιωσες σαν να είσαι εσύ αυτές οι λέξεις... αλλά συνέχισες να διαβάζεις... Και όταν έφτασε στο τέλος του... μόνο τότε... με την καρδιά σου να χτυπάει γρήγορα και δυνατά γιατί δεν ήξερες πώς να ονομάσεις αυτό που μόλις συνέβηκε... σταμάτησες να διαβάζεις... και σήκωσες το κεφάλι σου και είδες όλα τα πρόσωπα γύρω δακρυσμένα... Στην σχολική τάξη επικρατούσε σιωπή... Και όλα τα παιδάκια σε κοιτούσαν με έναν τρόπο που δεν σε έχουν κοιτάξει ποτέ...

Τότε ο δάσκαλος ήρθε σου πήρε θυμωμένος το ποιήμα από το χέρι και το έδωσε σε ένα άλλο παιδί... Και δεν κατάλαβες... ούτε γιατί ήταν θυμωμένος... ούτε γιατί σου πήρε το ποίημα... το δικό σου ποιήμα... Σε κανένα άλλο παιδάκι δεν πήρε το ποιήμα... Σου είπε πως δεν θα πεις ποιήμα στην γιορτή χωρίς καμία εξήγηση... και έτσι κι έγινε... Στην γιορτή ήσουν το μόνο παιδάκι που δεν είπε ποιήμα... και δεν μπορούσες να αποδεχτείς... ότι το ποιήμα που είχες νιώσει να είσαι εσύ... απλά το είπε ένα άλλο παιδάκι... και στο τέλος της γιορτής αφού έφυγαν όλοι... πήγες κρυφά... σε μία άδεια τάξη... και είπες το ποίημα σου... χωρίς να σε ακούει κανένας... Για να νιώσεις πως ήσουν και εσύ μέρος της γιορτής... Για να νιώσεις πως ταιριάζεις κι εσύ... Έστω και λίγο... Σε αυτόν τον κόσμο... Και ένιωσες ακριβώς όπως ένιωσες και την πρώτη φορά που το διάβασες... μόνο που τώρα επειδή δεν κρατούσες στα χέρια σου το χαρτί, αφού από τις τόσες φορές που το είχες διαβάσει κάθε λέξη είχε γίνει πια δική σου, έκανες και κάποιες αχνές κινήσεις... που ακολουθούσαν τα όσα έλεγες... Και ένιωθες σαν να κάνεις την μεγαλύτερη ανακάλυψη του κόσμου...

Τότε, σε αυτήν την τόσο ιδιαίτερη, ξεχωριστή, μοναδική στιγμή σου, σε βρήκε ο δάσκαλος... Και πάλι ήταν θυμωμένος... Σε έβγαλε από την τάξη... Σε έβγαλε από τους διαδρόμους... Σε έβγαλε από την αυλή... Σε έβγαλε από το σχολείο... Σε έβγαλε και από την κοινωνία... Μα δεν σε ένοιαζε γιατί ήσουν ευτυχισμένη... Δεν υπήρχε πια τίποτα να σου πάρει... Το ποίημα ήταν μέσα σου... δεν ήταν σε χαρτί για να μπορεί να το δώσει σε κάποιον άλλον...

Και αν και δεν πήρες μέρος σε καμία γιορτή... Και αν και δεν ταίριαξες ποτέ σε αυτόν τον κόσμο...

Δεν είχε καμία σημασία...

Γιατί...

Ευτυχώς, για εσένα....

Δεν χρειάζεται να ταιριάξεις για να πεις το δικό σου ποιήμα...

Και έτσι συνέχισες να λες το ποίημα σου σε άδειες ή γεμάτες τάξεις...
Και συνέχισαν να υπάρχουν γύρω σου δακρυσμένα πρόσωπα...
Και τον θυμό του δασκάλου σου, που πια μπορούσες να δεις τι κρύβεται πίσω από αυτόν, τον συνάντησες πολλές φορές και με διαφορετικές μορφές...

Και το ποιήμα σου...
Δεν κινδυνεύει...

Θα υπάρχει...
Για όσο το λες...

Και αυτό είναι το μόνο που θα ήθελε να κάνεις και εκείνο το μικρό κοριτσάκι...

Γραφή-Ζωή, Ζωή-Γραφή



Όταν τα ζεις δεν προλαβαίνεις να τα γράφεις κι όταν τα γράφεις δεν προλαβαίνεις να τα ζεις...