9/25/26

Πήγα να τον δω...

 

(Στις σκορπιες σημειώσεις ζωής των προηγούμενων ημερών...

"Χάλασε ο εκτυπωτής και δεν πρόλαβα, δεν μπόρεσα να του δώσω το κείμενό μου.

Ξαναμπήκε στο νοσοκομείο και δεν ξέρω αν και πότε θα τον δω ξανά.")

...


 

Πήγα να τον δω

 

Πήγα στο νοσοκομείο.

Για να τον δω.

 

Είχα το χαρτάκι μου στα χέρια μου με όλες τις πληροφορίες:

 

Ποιο νοσοκομείο.

Ποια κλινική.

Ποιος όροφος.

 

Και το όνομά του.

 

Πρώτη φορά, είδα όλο το όνομά του.

 

Πήρα τηλέφωνο για να μάθω τις ώρες επίσκεψης.

 

Και τώρα ήμουν εδώ.

 

Ρώτησα πού θα τον βρω.

 

Τον είχαν σε φορείο. Έτσι είπαν.

 

«14»

 

Έτσι μου είπαν.

 

Δεν κατάλαβα τι ήταν το «14».

 

Αριθμός δωματίου ή αριθμός φορείου;

 

Αριθμός Ανθρώπου αποκλείεται.

 

Δεν είμαστε αριθμοί.

 

Μήπως εννοούσαν να έχω τα μάτια μου «14»;

 

Τον βρήκα!

 

Χωρίς να δω τους αριθμούς!

Δεν χρειάστηκε!

Ένιωσα τους Ανθρώπους!

 

Όπως περπατούσα στον διάδρομο!

 

Απλά τον είδα!

 

Δεν περίμενε να με δει!

 

Δεν του το είχα πει πως θα έρθω!

 

«Πώς με βρήκες;» με ρώτησε.

 

«Ρώτησα τον φίλο σας...»

απάντησα.

 

Χάρηκε πολύ που με είδε μα, ταυτόχρονα, νομίζω πως δεν ήθελε να μείνω πολύ... Ίσως δεν ήθελε να τον βλέπω σε αυτήν την κατάσταση... Δεν ξέρω... Του είπα να μείνω. Μου είπε να φύγω. Νομίζω δεν ήθελε να με «επιβαρύνει» και δεν ήθελα να τον πιέσω για τίποτα. Του άφησα το τηλέφωνό μου. Με τη βοήθεια του διπλανού κυρίου που φρόντιζε τον δικό του φίλο στο διπλανό φορείο, αποθηκεύσαμε τον αριθμό μου στο κινητό του και έκανα αναπάντητη κλήση στο δικό μου κινητό για να έχω κι εγώ τον αριθμό του, όλα αυτά εννοείται αφού τον ρώτησα αν θέλει και αφού πήρα την άδειά του.

 

«Μπορείτε να με πάρετε τηλέφωνο, όποτε θέλετε, ό,τι κι αν χρειαστείτε, μη διστάσετε. Μας λείψατε. Ομορφαίνετε την ημέρα μας. Σας Αγαπώ! Σας Αγαπάμε!»

 

Κι ένιωσα... με αυτήν την αυθόρμητη εκδήλωση Αγάπης... να συγκινήθηκε όχι μόνο εκείνος μα όλα τα πρόσωπα γύρω μας... Ανταλλάξαμε μερικά νέα... και μετά... είπα κάτι ακόμα...

 

«Έχω κάτι για εσάς. Έχω ένα κείμενο που έγραψα πριν αρκετούς μήνες και είστε και εσείς μέσα σε αυτό...»

 

«Η Μαριλού είναι συγγραφέας!» είπε δυνατά, σχεδόν με περηφάνια!, για να τον ακούσουν όλοι στο δωμάτιο και γέλασαν όλοι ανάμεσα σε σωληνάκια, ορούς, μάσκες, εξωτερικά φορεία και εσωτερικά φορτία...

 

Γέλασα κι εγώ.

 

Κανείς ποτέ δεν με έχει πει «συγγραφέα»...

 

«Θα μου το δώσεις αύριο που θα έρθω.»

 

«Θα σας το δώσω αύριο...»

 

είπα

 

με τον φόβο... του αν θα τα καταφέρει να έρθει αύριο, του αν θα τον ξαναδώ... Το αύριο είναι αύριο... Δεν ήταν, όμως, σε θέση να καθίσει ή να διαβάσει, αυτή τη στιγμή... Δεν είχε νόημα να του το αφήσω... Ήταν ξαπλωμένος... Χαμογελαστός, όπως πάντα... και δυνατός παρά την όποια εξάντλησή του... μα ξαπλωμένος... δεν γινόταν να σηκωθεί... ούτε λίγο...

 

«Είναι μια στιγμή, μια στιγμή σας, που Αγαπάω πάρα πολύ σε αυτό το κείμενο... Είστε μαζί με την παρέα σας... Δεν έτυχε να σας το δώσω... αλλά ήθελα να σας το δώσω... πολύ...»

 

«Αὐριο...»

 

είπε και το επανέλαβα κι εγώ...

 

«Αύριο...»

 

Αυτό είναι το σημείο που όταν το βλέπω σε ταινίες σκέφτομαι

 

«Μα γιατί το άφησαν για αύριο; Αφού μετά πάντα συμβαίνει κάτι κακό και δεν γίνεται!»

 

Ναι, ναι... στις ταινίες όποτε αφήσουν κάτι όμορφο για μετά απλά δεν γίνεται ποτέ.

 

Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή... Να αφήσω ένα κείμενο να τριγυρνάει μέσα σε ένα νοσοκομείο... χωρίς κανέναν λόγο και αιτία... σε έναν Άνθρωπο που δεν θα μπορεί να το διαβάσει... και με ένα κυριολεκτικό χάος γύρω μας... Ο μόνος λόγος ήταν η δική μου ανάγκη... Χαιρετηθήκαμε...

 

Κατέβαινα την Αλεξάνδρας...

γνωρίζοντας

πως αυτό το «αύριο»

μπορεί να μην έρθει ποτέ, μπορεί να σημαίνει πως δεν θα λάβει το κείμενό μου ποτέ...

 

Σκέφτηκα μήπως να γυρίσω πίσω στο νοσοκομείο απλά να του διαβάσω εγώ το κείμενο! Αλλά γινόταν χαμός... πηγαινοερχόντουσαν... γιατροί, νοσοκομές... κι εκείνος δεν ήταν κάπου ήσυχα... ήταν δίπλα στην πόρτα μέσα σε διάδρομο-πέρασμα... Μες στη μέση... Κάπου στο πλάι... αφημένος... Με το φορείο του και το φορτίο του...

 

Ήξερα πως παίρνω συνειδητά την επιλογή... πως μπορεί να μη διαβαστεί ποτέ από εκείνον...

 

Δεν πειράζει... μού είπα...

 

Τον είδα σήμερα...

 

Με είδε σήμερα...

 

Αυτό αρκεί...

 

Δεν ζητάω τίποτα άλλο...

 

Δεν είναι το κείμενο, Μαριλού... Δεν πειράζει... Δεν είναι το κείμενο...

 

Ήρθε το αύριο...

Αλλά δεν ήρθε αυτός...

 

Αναπνοές.

Αναπνοές...

 

Το κείμενο στην τσάντα μου...

Σε έναν φάκελο...

Με αφιέρωση επάνω...

Και τη χθεσινή ημερομηνία...

του νοσοκομείου...

 

Ρώτησα τους φίλους του.

 

Φοβήθηκα για τα χειρότερα...

μα...

είναι στο νοσοκομείο ακόμα.

 

Θα βγει; Δεν θα βγει; Θα έρθει; Δεν θα έρθει;

Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει...

 

Ήρθε το αύριο του «αύριο».

 

Ήρθε το σήμερα.

Ήρθε και αυτός.

 

Μου το είπε ο Φίλος του λίγο πιο πριν πως μάλλον θα έρθει... και του είπα πως θα κατέβω να τους δω...

 

Τους βρήκα όλους μαζί να κάθονται έξω... στον αέρα... στον ήλιο...

 

Κάθισα απέναντί του,

κάπου ανάμεσα σε όλη την παρέα.

 

«Διαβάζετε;» τον ρώτησα.

 

Ξέρω... ίσως να ήταν γελοία ερώτηση... μα δεν ήξερα πώς νιώθει...

 

αν είναι σε κατάσταση να διαβάζει... αν τον κουράζει... αν κάτι...

 

«Διαβάζω...» μου είπε.

 

Ήταν πολύ καλύτερα από όπως τον είδα στο νοσοκομείο.

 

Το χρώμα του.

Το βλέμμα του.

 

Θα τον κρατούσαν και σήμερα.

Μα εκείνος ζήτησε να βγει.

 

Επαναστάτης!

 

Του έδωσα τον φάκελό μου.

Με την αφιέρωσή μου.

 

«Να το διαβάσετε... ήρεμα... στο σπίτι... όπου θέλετε... σε μια στιγμή ηρεμίας...»

 

Το κείμενό μου είναι πια στα χέρια του...

 

Ένα σπάνιο κείμενο.

 

Δεν το έχω μοιραστεί διαδικτυακά ή ηλεκτρονικά...

 

Όχι ακόμα...

 

Το έχουν μόνο κάποιοι Άνθρωποι στα χέρια τους... επειδή τους το έκανα Δώρο...

 

Χέρι με χέρι...

 

Και τώρα είναι και στα δικά του χέρια...

 

Ένα κομμάτι της καρδιάς μου μπήκε στην θέση του...

 

Νόμιζα πως αυτή τη στιγμή δεν θα τη ζήσω.

 

Ξέρω πως θα ξαναμπει στο νοσοκομείο.

Και μπορεί να ξαναπάω να τον δω.

 

Νιώθω πως ο χρόνος μετράει αντίστροφα για όλους μας.

 

Μα κι όμως...

είναι σαν να τον νικάμε...

με αυτές τις αιώνιες στιγμές σύνδεσης, Ανθρωπιάς και Αγάπης...

 

Κανένας μας δεν είναι μόνος.

 

Μου είπε ένας φίλος του... Δεν έχει οικογένεια!

Μα έχει οικογένεια!

Εμάς.

 

Οι καθημερινοί Άνθρωποι,

οι Άνθρωποι που βλέπω καθημερινά,

ήταν, είναι και θα είναι οικογένειά μου.

 

Φίλοι μου.

 

Η οικογένεια είναι ζήτημα... χεριών.

 

Είναι τα χέρια. (κυριολεκτικά ή μεταφορικά.)

Που δίνουν και δίνονται.

Που προσφέρουν.

Που αγκαλιάζουν.

Που φροντίζουν.

Που χαιρετάνε.

Τα χέρια βοήθειας...

 

Η οικογένεια είναι αίσθημα καρδιών.

 

Ο φάκελος δεν είναι πια στην τσάντα μου...

το κείμενό μου έφτασε στον προορισμό του...

 

Στα χέρια του. Στην καρδιά του.



No comments:

Post a Comment