8/13/26

Όσο κακό... Τόσο καλό...


 (13.08.2026 Πέμπτη)



Όσο κακό... Τόσο καλό...


 

Όσο κακό μπορεί να κάνει ένα αρνητικό σχόλιο

τόσο καλό μπορεί να κάνει ένα θετικό σχόλιο...

 

(αρκεί να είναι αληθινό...)

 

Για αυτό μου κάνει εντύπωση

(και από πάντα μου έκανε εντύπωση)

που πολλοί άνθρωποι

επιλέγουν, με ευκολία και χωρίς ίχνος δισταγμού, το πρώτο και όχι το δεύτερο.

 

Αλλά έστω και ότι δεν τους εκφράζει το δεύτερο ή δεν το θέλουν... ακόμα και χωρίς την εναλλακτική του δεύτερου... πάλι μου κάνει εντύπωση... πώς κάποιος επιλέγει να επιλέξει το πρώτο.

 

Ξυπνάει, δηλαδή, ένας άνθρωπος το πρωί και απλά αποφασίζει να λέει άσχημα σχόλια στους άλλους;

 

Φυσικά, όλοι πια, ευτυχώς, γνωρίζουμε πως όποιος λέει άσχημα πράγματα για τους άλλους, πρώτα από όλα, δηλώνει κάτι για τον εαυτό του. Κι είναι πολύ πιο περίπλοκο και πιο βαθύ στην δική του ιστορία από αυτό που λέγεται, από αυτό που λέει. Στην δική σου ιστορία όμως; Αυτό που σε αφορά (δηλαδή αυτό που δεν σε αφορά επειδή ακριβώς είναι δικό του θέμα!) είναι αυτό που φτάνει σε εσένα.

 

Εἰμαι από τους ανθρώπους που τα θετικά σχόλια στους ἀλλους, τα κοπλιμέντα, οι όμορφες κουβέντες, μου βγαίνουν αυθόρμητα, αβίαστα, κατευθείαν μέσα από την καρδιά μου.

 

Μάλιστα συχνά βίωνα το αντίθετο.

 

Πώς για να «ταιριάξω» και καλά σε αυτόν τον κόσμο θα έπρεπε, και καλά, να περιορίσω αυτήν την τάση μου... το να τους βλέπω όλους όμορφους και καλούς και να θέλω να τους πω όλα τα όμορφα που σκέφτομαι.

 

Ελευθερώθηκα όταν αποφάσισα πως μπορώ ελεύθερα να είμαι αυτή που είμαι, να εκφράζομαι όπως θέλω να εκφραστώ, αν παρεξηγηθώ ας παρεξηγηθώ, δεν χρειάζεται να ταιριάξω πουθενά, αν βλέπω τους ανθρώπους έτσι, τους βλέπω έτσι, δεν με νοιάζει τι λένε οι άλλοι, δεν με νοιάζει τι λέει ο κόσμος, δεν με νοιάζει αν με θεωρούν ρομαντική ή στον κόσμο μου, αν νομίζουν πως είμαι αφελής...

 

Δεν θα στερήσω ούτε από εμένα ούτε από τον κόσμο την καλοσύνη μου, την Αγάπη μου, τη ματιά μου.

 

Αντιλήφθηκα πως αυτό είναι το δικό μου χάρισμα.

 

Να βλέπω την ομορφιά των Ανθρώπων.

 

Να βλέπω την Αλήθεια τους.

 

Την βαθύτερη Αλήθεια τους.

 

Δεν έχω πει ούτε μία φορά στη ζωή μου, και είμαι σίγουρη για αυτό που γράφω αυτή τη στιγμή, δεν έχω πει ούτε μία φορά, ένα θετικό σχόλιο χωρίς να το εννοώ, ένα κοπλιμέντο χωρίς να το πιστεύω. Δεν λέω κάτι απλά για να το πω. Λέω κάτι γιατί θέλω να το πω και γιατί το πιστεύω. Το λέω πριν καν το σκεφτώ (μήπως άραγε και τα αρνητικά σχόλια σε κάποιους άλλους ανθρώπους βγαίνουν κι αυτά χωρίς να τα σκεφτούν; Γίνεται; Να βγαίνει το αρνητικό τόσο αβίαστα; Μπορεί...). Από όταν αποφάσισα να μην περιορίσω την καλοσύνη μου και να μην εγκλωβίσω την ματιά μου... έχω αφήσει εντελώς ελεύθερη την καρδιά μου να μιλάει... και χαίρομαι για αυτό.

 

Το μόνο που κάνω είναι να κοιτάζω τον άλλον που στέκεται απέναντί μου.

Να τον κοιτάζω πραγματικά.

 

Και όλοι οι Άνθρωποι ΕΙΝΑΙ όμορφοι.

 

Δεν μου φαίνονται όμορφοι.

 

ΕΙΝΑΙ.

 

Πώς, λοιπόν, να μην πω κάτι...

 

για ένα όμορφο χρώμα ή σχήμα ματιών...

 

για μια ωραία απόχρωση ή φύση μαλλιών...

 

για ένα εντυπωσιακό μενταγιόν...

 

για ένα εξαιρετικό μήνυμα πάνω σε ένα μπλουζάκι...

 

για ένα χειροποίητο βραχιόλι-σκοινάκι...

 

για ένα συμβολικό-συγκινητικό τατουάζ...

 

για ένα καπέλο ή για ένα φόρεμα που είναι σαν να βγήκαν από άλλη εποχή...

 

για δάχτυλα που έχουν στις άκρες τους σχεδιάκια...

 

για δαχτυλίδια που έχουν στη μέση τους δρακάκια...

 

Πώς να μην παρατηρήσω μια τσάντα φαντασματάκι πακ μαν ή ένα τσαντάκι σαν παλιό κασετόφωνο...

 

Πώς να μην παρατηρήσω ένα υπέροχο μακιγιάζ, μια καινούργια σκιά, ένα απαλό κραγιόν, ένα ιδιαίτερο βάψιμο...

 

Πώς να μην μυρίσω ένα μεθυστικό άρωμα και να μην το σχολιάσω...

 

Ή μια χροιά φωνής που μου φαίνεται κινηματογραφική;

 

Όλοι οι άνθρωποι χαμογελάνε όταν τους πω κάτι... αναγνωρίζουν πως ό,τι λέω είναι από την καρδιά μου... το νιώθουν... κι αμέσως μου ανοίγονται και μου λένε την ιστορία τους...

 

Ναι...

 

Όλοι χαμογελάνε...

Κι εγώ μαζί τους...

 

Ο κόσμος μας έχει ανάγκη από το καλό και από τα χαμόγελά μας.

 

Και, πολλές φορές, και μια «καλημέρα» είναι υπέραρκετη... ή ένα «Τι κάνεις;» που ενδιαφέρεται...

 

Δεν χρειάζεται, καμιά φορά, τίποτα παραπάνω για να νιώσουμε όλοι καλά...

 

Εμένα στη ζωή μου δεν μου έλεγαν συχνά ωραία σχόλια...

 

Τα θετικά σχόλια το ομολογώ απουσίαζαν για ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου...

 

Χρειάστηκε πρώτα να μου τα πω εγώ... αφού δεν βρέθηκε κανείς άλλος να μου τα πει...

 

Κι αναρωτιέμαι αν αυτή η έλλειψη με έκανε και να αναγνωρίζω την αξία τους και να γνωρίζω πόση διαφορά θα κάνει στους ανθρώπους και στον κόσμο και να αποφασίσω να τα προσφέρω απλόχερα πριν καν προλάβω να έχω βρει εγώ σε σχέση με εμένα τα «πατήματά» μου...

 

Στην ψυχολογία... λένε... πως πρέπει πρώτα να αγαπήσεις τον εαυτό σου για να μπορείς να προσφέρεις και στους άλλους...

 

Εμένα αυτό συνέβηκε κάπως αντίθετα... Αποφάσισα να προσφέρω στον κόσμο από μικρή... πριν καν να έχω καταφέρει να με αγαπήσω ουσιαστικά και ολοκληρωτικά...

 

Αποφάσισα να δημιουργήσω την Αγάπη από το πουθενά και να τη μοιράσω...

 

Δεν είχα καμία πίστη και καμία προσδοκία πως η Αγάπη αυτή θα επιστρέψει σε εμένα ή θα αγκαλιάσει κι εμένα κάποια στιγμή.

 

Προσωπικά, δεν με είχα σκεφτεί καν.

 

Σκεφτόμουν τον κόσμο.

 

Τους Ανθρώπους.

 

Πώς θα γίνει αυτός ο κόσμος καλύτερος.

 

Εμένα, σε σχέση με την Αγάπη, με θεωρούσα σχεδόν «καμμένο» χαρτί.

 

Άλλη ιστορία αυτή.

 

Αλλά επειδή με θεωρούσα «καμμένο» χαρτί είχα αποφασίσει να προσπαθήσω να σώσω οτιδήποτε αν σώζεται... να προστατεύσω να μην καούν άλλα χαρτιά-παιδιά, να φροντίσω, να αγωνίζομαι, να μιλάω, να παλεύω. Για το καλό, το δίκαιο, το ανθρώπινο.

 

Αλλά επιστρέφω στο θέμα μας.

 

Δεν μου έλεγαν συχνά θετικά σχόλια.

Και, πολλές φορές, μου έλεγαν αρνητικά.

 

Όταν, πολύ αργότερα στην ζωή μου, υπήρξαν Άνθρωποι που μου είπαν κάτι όμορφο και θετικό, μου έκανε εντύπωση... Είχα μάθει να το προσφέρω για χρόνια μα όχι να το δέχομαι. Το βίωνα από την άλλη μεριά! Και μου πήρε χρόνο να αρχίσω να αποδέχομαι πως μου λένε κι εμένα κάτι όμορφο και να το χαίρομαι.

 

Είχα δικαίωμα κι εγώ στα όμορφα σχόλια!

 

Είχα δικαίωμα κι εγώ στην καλοσύνη και στην ομορφιά αυτού του κόσμου!

 

Και στο να ακούσω και στο να νιώσω όμορφα σχόλια για εμένα!

 

Κι ας ήμουν έτοιμη να είμαι αυτό που είμαι χωρίς να περιμένω τίποτα από κανέναν...

 

Ποτέ δεν έκανα το καλό για να μου επιστραφεί το καλό.

 

Ποτέ δεν μίλησα για το όμορφο για να μου μιλήσουν για το όμορφο.

 

Αλλά τις λίγες φορές που έφτασε σε εμένα το καλό και το όμορφο;

 

Ένιωσα καλά και όμορφα.

 

Τώρα πια χαίρομαι.

 

Δίνω και δέχομαι κοπλιμέντα όταναν αυτά γίνουν.

 

Δεν δίνω μόνο.

 

Και δέχομαι.

 

Τα αληθινά σχόλια πάντα αναγνωρίζονται.

 

Η Αλήθεια πάντα βρίσκει τρόπο να συναντήσει την Αλήθεια.

 

Πάμε, λοιπόν, στο σήμερα...

 

Είναι μια ιστορία που συνέβηκε, μόλις χθες...

 

Σκέφτηκα να μην την μοιραστώ αλλά θα την μοιραστώ.

 

Είναι μια γυναίκα που συμπαθώ πολύ.

 

Μια όμορφη, γλυκιά, γυναίκα, που τη γνωρίζω χρόνια και με γνωρίζει χρόνια, χωρίς να γνωριζόμαστε καλά μα επειδή συναντιόμαστε-χαιρετιόμαστε σχεδόν καθημερινά.

 

Πήγα να πάρω μπισκοτάκια, κανέλας και πορτοκαλιού.

 

Να γεμίσω την ημέρα ομορφιά και νοστιμιά.

 

Καλημέρισα όλες τις γυναίκες του καταστήματος.

 

«Καλημέρα, τι κάνετε, όμορφες μου;» ρώτησα

 

Και όλες έλαμψαν!

 

Στο ταμείο ήταν εκείνη.

 

Της χαμογέλασα και μου χαμογέλασε.

 

Μου είπε

 

«Τι ωραία που είσαι σήμερα!»

 

Και ήταν από τις λίγες φορές που μού έκαναν θετικό σχόλιο και μάλιστα πριν καν προλάβω να κάνω εγώ!

 

Φορούσα το καινούργιο μπλε ελεκτρικ φόρεμά μου που μου αρέσει πολύ, με τα φουσκωμένα μανικάκια του, φτάνει μέχρι λίγο πάνω από τα γόνατα, στο λαιμό το χειροποίητο μπλε μενταγιόν-μανιτάρι μου και το μακρύ ροζ σκοινάκι με το ξύλινο κοριτσάκι μου που έπεφτε μπροστά από το φόρεμά μου. Τσιμπιδάκια μπλε και ροζ στα μαλλιά μου όπως ήταν και τα σημερινά χρώματά μου. Και η τσάντα μου μπλε-ελεκτρικ!

 

«Είσαι πολύ ωραία!»

 

Την ευχαρίστησα χαρούμενη κάνοντας μια μικρή υπόκλιση με το ένα χέρι μου στην θέση της καρδιάς.

 

Ήταν μια γλυκιά, όμορφη στιγμή.

 

Δέχτηκα με χαρά αυτό το όμορφο σχόλιο...

 

Και, όπως τις χαιρέτησα να φύγω,

 

με το που απομακρύνθηκα από το ταμείο...

 

και με είδε ολόκληρη από πάνω μέχρι κάτω...

 

συμπλήρωσε...

 

«Α, όχι, όχι... από τη μέση και κάτω δεν μου αρέσεις καθόλου! Από τη μέση και πάνω, είσαι μια χαρά, πολύ ωραία! Αλλά όχι, από κάτω δεν μου αρέσεις... όχι... όχι...»

 

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι και μετά έκανε μια έκφραση...

 

(μα την αλήθεια, δεν είμαι υπερβολική για αυτό που θα γράψω)

 

απέχθειας!

 

Το ομολογώ πως ο εσωτερικός μου κόσμος έμεινε άναυδος.

 

Δεν ξέρω αν εξωτερικά γούρλωσα τα μάτια μου.

 

Εσωτερικά έτσι αισθάνθηκα!

 

(Έχω να ακούσω κάτι τέτοιο και να δω τέτοια έκφραση από όταν σπούδαζα στη δραματική σχολή!)

 

Μα την αλήθεια...

 

Έκφραση...

 

Απέχθειας-αηδίας!

 

Έμεινα άναυδη, νομίζω, και εξωτερικά.

 

Αλλά δεν είπα κάτι.

 

Δεν μπόρεσα να πω κάτι.

 

Δεν κατάλαβα πώς μπόρεσε κάτι όμορφο ξαφνικά, από τη μία στιγμή στην άλλη!, να γίνει κάτι άσχημο.

 

Κάτι καλοσυνάτο ξαφνικά να γίνει κάτι... «κακό».

 

Ξέρετε τι φορούσα από την μέση και κάτω;

 

Θα σας πω τι δεν φορούσα.

 

Δεν φορούσα το συνηθισμένο κολάν μου.

 

Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πως το ντύσιμό μου είναι, κυρίως, φούστες ή φορεματάκια με χρωματιστά κολάν από κάτω. Και για να είμαι άνετα και γιατί μου άρεσουν.

 

Τώρα, όμως, λόγω ζέστης και λόγω του ότι βγήκα μια απλή βόλτα στην γειτονιά, ψιλοάρρωστη κινήθηκα σχετικά κοντά στο σπίτι, δεν είχα δυνάμεις να φτάσω μέχρι το στέκι μου στο κέντρο της πόλης, είχα φορέσει το φόρεμά μου κι, ήταν από τις σπάνιες φορές, που είχα βγει χωρίς κολάν...

 

Ξέρετε τι έδειξε από την μέση και κάτω; ...

 

Τα πόδια μου!

 

Μα την αλήθεια...

 

τα πόδια μου.

 

Φορούσα τα ροζ καλτσάκια μου...

και τα μαύρα σούπερ αγαπημένα παπουτσάκια μου...

 

Αλλά φαινόντουσαν τα γόνατά μου... και οι γἀμπες μου...

 

Δηλαδή αύτο που μου είπε πως δεν της άρεσε... ήταν τα πόδια μου.

 

Γιατί το φόρεμα της άρεσε... μου το είπε. Το κόψιμο του φορέματος της άρεσε.

 

Ειλικρινά, αν και τα έχω πια, εδώ και πολλά πολλά χρόνια, καλά με τον εαυτό μου...

 

Έφυγα με ένα περίεργο συναίσθημα...

 

Πρώτα από όλα, θυμήθηκα πόσο θα επηρεαζόμουν από κάτι τέτοιο σε μια άλλη φάση της ζωής μου, σαν παιδί, σαν έφηβη ή σαν ενήλικη λίγο μετά την εφηβεία.

 

Δεν θα το προσπερνούσα.

 

Τότε που έδινα αγώνα για να νιώσω καλά εγώ με εμένα... κάτι τέτοιο θα με άγγιζε βαθιά και θα έριχνε την ψυχολογία μου... πιθανότατα θα με έκανε να μην ξαναφορέσω το μπλε φόρεμά μου... και να μην ξαναφανερώσω εκατοστά των ποδιών μου στον έξω κόσμο... Τα διάφορα «καλοπροαίρετα» σχόλια τότε καθόλου δεν με βοηθούσαν. Το αντίθετο μάλιστα. Τώρα που το σκέφτομαι μπορεί να μην επηρέαζαν τελικά το πώς θα ντυθώ γιατί από μικρή δεν άκουγα τι μου λένε οι άλλοι κι έκανα τα δικά μου. Θα φόραγα ξανά το φόρεμά μου και θα έδειχνα ξανά τα πόδια μου. Αλλά κάτι μέσα μου θα άγγιζε τη χορδή του ότι... δεν είμαι όμορφη...

 

Αυτό που μου έκανε εντύπωση στο χθεσινό σκηνικό...

 

Είναι πως θα μπορούσε να μην το πει.

 

Έστω ότι της άρεσε το πάνω μέρος του φορέματος τόσο πολύ και δεν της άρεσε το κάτω μέρος... πώς είναι επάνω μου...

 

Θα μπορούσε να αφήσει το όμορφο σχόλιο της αντί να προσθέσει και να συμπληρώσει το άσχημο σχόλιό της.

 

Να μην το πει. Να μην το δείξει.

 

Αυτή η κριτική στιγμή.

 

Αυτή η στιγμή του να επιλέξει κάποιος να σου πει κάτι αρνητικό...

 

Για το σώμα σου.

 

Αυτά είναι τα πόδια μου!

 

Τι να κάνουμε ρε παιδιά;

 

Αυτά είναι τα γόνατά μου!

 

Αυτές είναι οι γάμπες μου!

 

Να κρύβουμε το σώμα μας και να μη βγαίνουμε στον κόσμο;

 

Κι είναι φοβερό πως την ἰδια ημέρα λίγο πιο πριν μου έγινε κι άλλο σχόλιο.

 

Στον δρόμο.

 

Δύο άντρες που περάσαν από δίπλα μου.

 

Και σχολίασε ο ένας στον άλλον τα πόδια μου και είπε και

 

«Άσπρη πέτρα... ξέξασπρη...»

 

Σχολιάζοντας το πόσο λευκή είμαι... και διάφορα άλλα... γελώντας...

 

Έκανα πως δεν άκουσα... γιατί είχα τα ακουστικά μου... μα δεν είχα βάλει ακόμα την μουσική μου... κι έτσι τα άκουσα όλα...

 

Κι αυτό είχε καιρό να μου συμβεί!

 

Ίσως να μην είναι τυχαίο που ήταν από τις ελάχιστες φορές που δεν φορούσα κολάν με τη φούστα ή το φόρεμά μου. Ίσως και να ήταν...

 

Δύο φορές μέσα στην ημέρα...

 

Να συμβούν σχόλια που με πήγαν πίσω στον χρόνο...

 

Αυτό είναι το δέρμα μου! Τι να κάνουμε; Να καώ στον ήλιο για να είναι άλλοι ευχαριστημένοι;

 

Ο κόσμος πάντα είχε και πάντα έχει κάτι να πει...

 

Λυπάμαι που με τέτοια ευκολία το κάνει.

 

Λυπάμαι που το κάνουν άγνωστοι άντρες στον δρόμο.

Λυπάμαι που το κάνουν γνωστές γυναίκες στην καθημερινότητα.

 

Δεν θα πω ψέματα. Στενοχωρήθηκα που το έκανε αυτή η γυναίκα που συμπαθώ τόσο πολύ. Δεν το περίμενα.

 

Λυπάμαι που το κάνουν, όσοι το κάνουν, όπου το κάνουν, όταν το κάνουν.

 

Γνωστοί, άγνωστοι, ανεξαρτήτα από το φύλο, την ηλικία, τη σχέση τους μαζί σου.

 

Λυπάμαι.

 

Θέλει θάρρος να μη σε αγγίζουν αυτά.

 

Θέλει γενναιότητα να κάνεις πως δεν ακούς ή να ακούς και να απαντάς ή να μην απαντάς.

 

Χαίρομαι που πια ξέρω ποια είμαι.

 

Χαίρομαι που πια δεν με νοιάζει.

 

Σήμερα έβαλα το φόρεμά μου και βγήκα στον κόσμο...

 

χωρίς κολάν.

 

Αυτή είμαι.

 

Κι αυτό που είμαι δεν το αλλάζω για τίποτα στον κόσμο.

 

Ακόμα και για πενήντα περίεργες εκφράσεις προσώπων ή για εκατό αρνητικές φράσεις ατόμων.

 

Δεν έχουμε ανάγκη τα ζωντανά «like»-μου αρέσει των άλλων για να είμαστε ο εαυτός μας.

 

Αυτή είμαι.

 

Μια χαρά είμαι... και μια χαρά θα είμαι!

 

Κι αυτό το μπλε ελεκτρίκ φόρεμα που για λίγο «φοβήθηκα» μη «βουτήχτηκε» μέσα στα άσχημα σχόλια του κόσμου;

 

Μια χαρά θα είναι!

 

Δεν τους ακούει!

 

Ένα φόρεμα πάντα γνωρίζει πόσο όμορφο είναι!

 

Θα φορεθεί και θα ξαναφορεθεί!

 

Από εμένα!

 

Με κολάν.

Χωρίς κολάν.

Και χωρίς να «κολλάει» στην αγένεια του κόσμου.

 

Γιατί έχω την αίσθηση πως αυτό είναι... αγένεια.

 

Μου πήρε χρόνο να αρχίσω να την αναγνωρίζω κι αυτήν...

 

Αλλά η φίλη μου η ευγένεια...

 

και είμαστε φίλες όλη μου τη ζωή...

 

με σκουντάει πια... για να μου θυμίσει... πότε μας επισκέφτηκε για λίγο η αγένεια ή πότε τη συναντήσαμε τυχαία στο δρόμο...

 

Και τώρα πια; Την προσπερνάμε... όταν θέλουμε να την προσπεράσουμε... Την αντιμετωπίζουμε... όταν θέλουμε να την αντιμετωπίσουμε... Ανάλογα τη διάθεσή μας και τη στιγμή μας...

 

Αυτή τη στιγμή φοράω ακόμα το φόρεμά μου... αφού βγήκα στον έξω κόσμο με αυτό και επέστρεψα σπίτι μου.

 

Σκοπεύω να χορέψω μαζί του...

 

Ξυπόλητη...

 

Στο δωμάτιό μου...

 

Υπάρχει τόση ομορφιά στον κόσμο...

 

Εγώ το γνωρίζω...

 

Το φόρεμά μου το γνωρίζει...

 

Και μαζί;

 

Ξορκίζουμε όλα τα αρνητικά και εκπέμπουμε όλα τα θετικά.

 

Όσο κακό κάνουν τα άσχημα αυτού του κόσμου...

Τόσο καλό κάνουν τα όμορφα αυτού του κόσμου...

 

Επιμένω.

 

Και θα επιμένω.

 

Επιλέγω.

 

Και θα επιλέγω.

 

Την καλοσύνη. Την ευγένεια. Την Αγάπη.





8/12/26

Χαμένη;

 

Χαμένη;

 

Είχα χαθεί.

 

Δεν είχα ιδέα πού βρίσκομαι.

 

Ο προσανατολισμός ανύπαρκτος.

 

Η πορεία αβέβαιη.

 

Δεν μπορούσα να καταλάβω προς τα πού να πάω.

 

Όλα μου φαίνονταν παρόμοια ή ίδια.

 

Ἐμοιαζε σαν να κάνω άλλοτε μικρότερους κι άλλοτε μεγαλύτερους κύκλους, καταλήγοντας στα ίδια σημεία ξανά και ξανά.

 

Και κάποιες, λίγες, στιγμές, αν κατάφερνα να ξεφύγω από τους κύκλους μου... και πάλι ένιωθα χαμένη... Βρισκόμουν, ξαφνικά εντελώς αλλού, όλα φαίνονταν τώρα κάπως διαφορετικά... μα δεν είχε καμία σημασία που έσπασαν οι προηγούμενοι κύκλοι γιατί και πάλι όλοι οι δρόμοι με οδηγούσαν συνέχεια σε αδιέξοδα.

 

Κύκλοι, δρόμοι, αδιέξοδα, ξανά κύκλοι, ξανά αδιέξοδα.

 

Σαν να είμαι σε έναν ατελείωτο λαβύρινθο.

 

Με στενές, κυριολεκτικές, διαδρομές...

 

και σε μονοπάτια που ένιωθα να με στριμώχνουν... να με πιέζουν ψυχολογικά.

 

Ήμουν μέσα στα χώματα.

 

Κουρασμένη. Ζαλισμένη.

Εξαντλημένη. Ζεσταμένη.

 

Μέσα στον ήλιο.

 

Λερωμένη.

Ιδρωμένη.

 

Μέσα στις πέτρες.

 

Πονεμένη.

Κυρίως, πονεμένη.

 

Πληγωμένη.

 

Χτυπημένη

ως εκεί που δεν έχει άλλο...

 

Και, πραγματικά, εντελώς μα εντελώς, χαμένη.

 

Και δεν υπήρχε κανείς.

 

Κανείς.

 

Κανείς να με βοηθήσει.

 

Κανείς να με οδηγήσει.

 

Κανείς να με καθοδηγήσει.

 

Πού να πάω.

Πώς να πάω.

 

Κανείς.

 

Και το μόνο που ήθελα ήταν να βρω το σημείο.

 

Και δεν το ήξερα, δεν το είχα φανταστεί!

 

Δεν ξέρω τι είχα φανταστεί... πάντως, σίγουρα, δεν είχα φανταστεί αυτό που συνέβαινε τώρα!

 

Νόμιζα θα είναι απλό... ή έστω... πιο απλό.

 

Δεν ξέρω τι περίμενα. Δεν ξέρω πώς το είχα στο μυαλό μου.

 

Δεν είχα προλάβει να το σκεφτώ.

 

Ήρθα αυθόρμητα, χωρίς δεύτερη σκέψη.

 

Η καρδιά μου με έφερε ως εδώ.

 

Μετά και μέσα από τεράστια ταλαιπωρία...

 

άλλη ιστορία αυτή...

 

η διαδρομή.

 

Τι διαδρομή ήταν αυτή!

 

Ούτε αυτή περίμενα να με δυσκολέψει τόσο!

 

Νόμιζα πως θα είναι πιο εύκολο...

 

Μα τα κατάφερα! Έφτασα ως εδώ!

 

Τα κατάφερα...

 

Και τώρα;

 

Να μην μπορώ να συνεχίσω...

 

Να μην ξέρω πώς να συνεχίσω.

 

Να περιπλανιέμαι για πολλή ώρα,

δεν ξέρω για πόση...

 

Έχασα την αίσθηση των λεπτών...

 

Να περπατάω, μέσα στο χρόνο, ανάμεσα σε ημερομηνίες.

 

Να στέκομαι, μέσα στο χώρο, ανάμεσα σε ονόματα.

 

Εδώ ο χρόνος είναι διαφορετικός...

Εδώ ο χώρος είναι αλλιώς...

 

Να βρίσκομαι ανάμεσα σε...

 

τάφους.

 

Όρθια ανάμεσα σε κοιμισμένους.

 

Ξύπνια ανάμεσα σε ξαπλωμένους.

 

Ζωντανή ανάμεσα σε νεκρούς.

 

Και δεν είχα ιδέα πού είναι!

Και δεν είχα ιδέα πού είμαι!

 

Το μόνο που ήξερα είναι πώς είμαι.

Το μόνο που είχα... το πώς νιώθω.

 

Και δεν ήξερα με ποιον να επικοινωνήσω!

Και δεν ήξερα πώς να επικοινωνήσω!

 

Οι συγγενείς είχαν συμπεριφερθεί με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.

 

Συνηθίζεται να συμβαίνει αυτό, δυστυχώς, όταν κάποιος πλησιάζει ή βρεθεί κοντά στο θάνατο.

 

Με είχαν πετάξει «εκτός», το είχαν φροντίσει αυτό.

 

Μπορεί να είχαν φοβηθεί πως θα κληρονομήσω κάτι.

 

Μας είχαν πετάξει «εκτός» και εμένα και την αδερφή μου...

 

Και εμάς δεν μας ενδιέφερε τίποτα από όλα αυτά...

 

μόνο η Αγάπη.

 

Η Αγάπη.

 

Δεν είχα άλλη επιλογή.

 

Ήμουν χαμένη.

 

Το μόνο τηλέφωνο που μπόρεσα να πάρω ήταν της κυρίας που καθάριζε το σπίτι.

 

Κι εκείνη, προς το τέλος, δεν μας είχε συμπεριφερθεί καλά, καθόλου καλά, δεν μας είχε συμπεριφερθεί σωστά.

 

Μας ήξερε τόσα χρόνια και, ξαφνικά, άλλαξε η συμπεριφορά της.

 

Σαν να είμαστε άλλοι.

 

Σαν να είμαστε ξένοι.

 

Δεν ήθελα να της τηλεφωνήσω. Δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν.

 

Αλλά ήμουν σε απόγνωση.

 

Δεν υπήρχε κανείς, κανείς άλλος.

 

Κανείς.

 

Σήκωσε το τηλέφωνο.

 

Δεν περίμενε να ακούσει τη φωνή μου, δεν περίμενε να είμαι εκεί που είμαι, δεν περίμενε να της μιλήσω και επειδή δεν το περίμενε μάλλον, ίσως, της φάνηκε ακραίο να μη με βοηθήσει, να μην προσπαθήσει έστω να με βοηθήσει... και... προσπάθησε... κάπως, κάτι να μου πει, κάπως, κάτι να μου εξηγήσει...

 

Πιο εδώ, πιο εκεί, πιο πέρα...

 

Προς τα πού είναι...

 

Προς τα πού να πάω...

 

Στο περίπου έστω...

 

Αλλά δεν γινότανε...

 

Δεν έβγαλα άκρη...

 

Μου φαίνονταν όλα τόσο ίδια...

 

Διαφορετικά μα ίδια...

 

Δεν γινόταν να το βρω...

 

το σημείο μου.

 

Απεγνωσμένη σταμάτησα την απογοητευτική τηλεφωνική συνομιλία.

 

Έτσι κι αλλιώς, ήταν αμήχανο και απρόθυμο το όλο σκηνικό...

 

Αν είχα βρει το σημείο, ούτε αυτό το τηλέφωνο δεν θα είχε γίνει.

 

Αλλά δεν ήξερα σε ποιον να απευθυνθώ.

 

Συνέχισα την αναζήτηση μόνη μου...

 

και, κάποια στιγμή, από μακριά, βλέπω κάτι σαν ένα μικρό σπιτάκι και βρίσκω κάποιον εκεί κοντά... Έναν παπά; Έναν νεκροθάφτη; Ποτέ δεν έμαθα τι ήταν τελικά... Έναν ηλικιωμένο κύριο... κι άρχισα να τον ρωτάω μπερδεμένα και απεγνωσμένα αν μπορεί να με βοηθήσει, αν υπάρχει κάπου, κάτι, που να φαίνεται πού είναι θαμμένος ποιος... Μια λίστα ονομάτων; Ένας... χάρτης; Έστω κάτι... οτιδήποτε... Δεν ξέρω πώς να το πω... κι ακόμα περισσότερο... δεν ξέρω πώς να το ρωτήσω... πώς να το ζητήσω... πώς να το εξηγήσω...

 

Αν μπορεί κάποιος να με οδηγήσει σε αυτόν τον τάφο, τον συγκεκριμένο τάφο που έψαχνα.

 

Αλλά δεν μπορούσε ούτε εκείνος να με βοηθήσει.

 

Εκείνος.

 

Που έμοιαζε να είναι η τελευταία μου ελπίδα.

 

Για να βρω το μνήμα.

 

Και να αφήσω το μήνυμα.

 

Ήθελα να αφήσω το μήνυμά μου στο μνήμα.

 

Έπρεπε να αφήσω το μήνυμά μου στο μνήμα!

 

Ένα γράμμα διαφορά έχουν το μήνυμα και το μνήμα...

 

Κι αυτό το γράμμα βρισκόταν, αυτήν τη στιγμή, στα χέρια μου...

 

Πώς θα αφήσω το μήνυμά μου, το συγκεκριμένο μήνυμα, αν δεν βρω το μνήμα;

 

Πώς;

 

Και μετά... έτσι απλά... μετά από τόση αναζήτηση... σαν να το πήρα απόφαση.

 

Δεν θα το έβρισκα ποτέ.

 

Σταμάτησα την περιφορά μου.

 

Κι εκεί, στη μέση των τάφων άγνωστων Ανθρώπων,

 

γονάτισα,

 

κυριολεκτικά γονάτισα,

 

δεν με κρατούσαν τα πόδια μου άλλο...

 

δεν άντεχε το σώμα μου...

 

κυρίως, δεν άντεχε η καρδιά μου...

 

γονάτισα...

 

και γονατισμένη στη γη...

 

άρχισα να κλαίω... σαν να μην υπήρχε αύριο...

 

εξάλλου, έτσι ένιωθα...

 

πως δεν υπάρχει αύριο...

 

Να κλαίω...

 

να κλαίω σαν μικρό παιδί...

 

Τι έκφραση κι αυτή!

 

Λες και δεν έχω δικαίωμα να κλαίω αν δεν είμαι παιδί!

 

Παιδί...

 

Έτσι με είχαν αντιμετωπίσει!

 

Σαν μικρό παιδί!

 

Που και μικρό παιδί να ήμουν και πάλι θα έπρεπε να μου το έχουν πει!

 

Όλη μου τη ζωή, ακόμα κι όταν ήμουν παιδί, με αντιμετώπιζαν σαν να ήμουν μεγάλη και τη μοναδική φορά που είχε πραγματικά σημασία για εμένα αποφάσισαν να με αντιμετωπίσουν σαν παιδί!

 

Τώρα!

 

Τώρα το θυμήθηκαν, που δεν ήμουν παιδί πια!

 

Και καλά για να μην...

 

τι;

 

Μην πληγωθώ;

 

Μην πονέσω;

 

Η ζωή μου όλη ήταν ένας ατελείωτος πόνος...

 

Και φαντάστηκαν πως αυτό θα με πλήγωνε;

 

Αυτό θα με πονούσε;

 

Αυτό δεν θα άντεχα;

 

Που έχω αντέξει άλλα και άλλα...

 

Που έχω ζήσει άλλα και άλλα...

 

Φυσικά, θα με πονούσε!

 

Αυτό είναι το φυσικό!

 

Αυτό είναι το ανθρώπινο!

 

Ο θάνατος πονάει!

 

Έτσι πάει!

 

Αλλά και, φυσικά, θα το άντεχα.

 

Μια φορά με αντιμετώπισαν σαν παιδί κι ήταν αυτή η μία φορά που είχε σημασία για εμένα να μην με αντιμετωπίσουν έτσι...

 

Το μυαλό μου το λέει ξανά και ξανά αυτό... Το επαναλαμβάνει γιατί δεν μπορεί με τίποτα να το αποδεχτεί.

 

Μου στέρησαν το δικαίωμα του να είμαι εκεί.

 

Του να είμαι εδώ.

 

Και ούτε που μπορώ να βρω τώρα πού είναι αυτό το εδώ.

 

Μου στέρησαν το να πω το «αντίο» μου έτσι όπως εγώ θα ήθελα.

 

Να το πω όπως θέλω!

 

Μου στέρησαν το κλείσιμο έτσι όπως το είχα ανάγκη εγώ! Εγώ!

 

Όχι κάποιος άλλος... Δεν ξέρω για τους άλλους!

 

ΕΓΩ.

 

ΕΜΕΝΑ.

 

Μου στέρησαν το να είμαι στην κηδεία...

 

Στην κηδεία της.

 

Στην δική της κηδεία.

 

Το να μπορώ να αποφασίσω εγώ το αν θα πάω.

 

Που θα πήγαινα. Σίγουρα θα πήγαινα.

 

Μου στέρησαν τη δική μου απόφαση.

 

Πώς μπόρεσαν να μου το κρύψουν;

 

Ήταν η δική μου φίλη.

 

Η ΦΙΛΗ ΜΟΥ.

 

Με ποιο δικαίωμα αποφάσισαν να μου το κρύψουν;

 

Έγω ήμουν αυτή που πήγε στο νοσοκομείο να τη δω!

 

Εγώ ήμουν αυτή που τη βίωσα κοντά στο τέλος της... όσο μπόρεσα να την βιώσω... βλέποντάς την να επαναλαμβάνεται ή ακόμα και να μη με αναγνωρίζει, κάποιες στιγμές...

 

Κι αυτό που είχα ζήσει, ίσως, ήταν πιο σκληρό και από τον ίδιο τον θάνατο.

 

Μου στέρησαν το σημείο της λύτρωσης.

 

Ποτέ μου δεν κατάλαβα... πώς κρύβεις τον θάνατο από τη ζωή;! Όπως δεν μπορείς να κρύψεις τη ζωή από το θάνατο... έτσι δεν μπορείς να κρύψεις και τον θάνατο από τη ζωή! Δεν κρὐβεται η ζωή από το θάνατο. Κανένας μας δεν μπορεί να κρυφτεί από τον θανάτο! Το μόνο σίγουρο είναι πως θα πεθάνουμε όλοι! Δεν κρύβεται ο θάνατος από τη ζωή! Δεν μπορείς να κρύψεις από κάποιον πως πέθανε κάποιος. Θα το μάθει. Αργά ή γρήγορα, θα το μάθει!

 

Από πάντα το έλεγα, από όταν ήμουν παιδί, και τώρα δεν ήμουν παιδί κι ας με αντιμετώπισαν έτσι, πως είναι λάθος των μεγάλων που κρύβουν θανάτους από τα παιδιά. Δεν το κάνουν για να μην πονέσουν τα παιδιά. Το κάνουν για να μην πονέσουν οι ίδιοι. Οι ίδιοι κάτι δεν μπορούν να διαχειριστούν. Οι ίδιοι δεν ξέρουν τι να κάνουν με τον δικό τους πόνο. Το δικό τους συναίσθημα φοβούνται!

 

Μου στέρησαν τη διαδικασία μου... Μου στέρησαν...

 

Είναι χάλια να είσαι έφηβος.

 

ΧΑΛΙΑ.

 

Παίρνουν σημαντικές αποφάσεις για εσένα χωρίς να έχουν ιδέα τι είναι καλό για εσένα.

 

Κανείς τους δεν είχε ιδέα τι ήταν καλό για εμένα.

 

Για εμένα το καλύτερο θα ήταν να με έχουν ενημερώσει όταν πέθανε.

 

ΠΕΘΑΝΕ.

 

Όχι έφυγε.

 

ΠΕΘΑΝΕ.

 

Κι εγώ δεν το έμαθα!

 

Πώς είναι δυνατόν;

 

Επέλεξαν να μου το κρύψουν.

 

Γιατί είναι επιλογή.

 

Το επέλεξαν.

 

Και το έμαθα μετά από μήνες.

 

ΜΗΝΕΣ.

 

Και το έκαναν σε εμένα αυτό!

 

Σε εμένα και στην αδερφή μου!

 

Τις μοναδικές της πραγματικές Φίλες στον κόσμο.

 

Γιατί φάνηκε στο τέλος ποιοι ήταν οι «φίλοι» της.

 

Και δεν πήγαμε στην κηδεία της...

 

Εμείς.

 

ΕΜΕΙΣ.

 

Εμείς...

 

Δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω...

 

Με λυγμούς...

 

Κάποια στιγμή, σηκώθηκα.

 

Δεν θα έβρισκα ποτέ το σημείο...

 

Το σημείο μου...

 

Το σημείο της...

 

Δεν θα έβρισκα το μνήμα της...

 

Δεν θα άφηνα το μήνυμά μου...

 

Κι ήταν μια στιγμή απόφασης.

 

Δεν θα ρωτήσω κανέναν.

 

Δεν θα ζητήσω τίποτα από κανέναν.

 

Δεν θα ξαναψάξω πού είναι ο τάφος της.

 

Δεν θα ξαναέρθω εδώ.

 

ΠΟΤΕ.

 

Περπάτησα παραπατώντας...

 

σαν σε λήθαργο...

 

Ο πόνος που ένιωθα δεν περιγράφεται...

 

Σαν να είχαν σκίσει την καρδιά μου...

 

Κατάφερα, με τα χίλια ζόρια, και βρήκα την έξοδο...

 

Την έξοδο του λαβυρίνθου μου.

 

Βγήκα από το νεκροταφείο...

 

Εγώ δεν πίστευα στο θεό.

 

Εγώ δεν πίστευα σε θρησκείες.

 

Εγώ δεν πίστευα σε κηδείες.

 

Εγώ αν πέθαινα ίσως δεν θα έμπαινα στο έδαφος.

 

Εγώ αν πέθαινα ίσως δεν θα επέστρεφα στη γη.

 

Εκείνη, όμως;

 

Πίστευε.

 

Και ήθελα να είμαι εδώ.

 

Για εκείνη.

 

Για εμένα.

 

Για εμάς.

 

Για να την αποχαιρετήσω...

 

έτσι όπως θα ήθελε εκείνη κι έτσι όπως θα της άξιζε...

 

Για να την τιμήσω...

 

να την τιμήσω...

 

Υπάρχουν, όμως, κι άλλοι τρόποι να την τιμήσω...

 

Είχα σταθεί στην έξοδο.

 

Δεν το είχα καταλάβει αλλά απλά, τόση ώρα, στεκόμουν και σκεφτόμουν.

 

Και...

 

Ξαφνικά...

 

Μου ήρθε μια ιδέα...

 

Γύρισα κι έτρεξα και πάλι μέσα στο άδειο νεκροταφείο...

 

Δεν μου φαινόταν λαβύρινθος πια...

 

Δεν αισθανόμουν χαμένη.

 

Δεν με ενοχλούσαν οι κύκλοι.

 

Δεν με εμπόδιζαν τα αδιέξοδα.

 

Δεν υπήρχε τίποτα να με μπερδέψει πια.

 

Δεν υπήρχε τίποτα να με αγχώσει πια.

 

Δεν με φόβιζε πια... ο χώρος, ο χρόνος, το μέρος, η εποχή, η ζέστη, η κούραση, η κατάσταση...

 

Κι ήταν στιγμή συνειδητοποίησης.

 

Δεν έχει σημασία το σημείο...

 

Βρες ένα οποιοδήποτε σημείο...

 

Ένα λίγο πιο ψηλό σημείο;

 

Βρήκα ένα λοφἀκι... αλλά...

 

μάλλον όχι...

 

δεν χρειάζεσαι καν το λοφάκι...

 

Όλα τα σημεία είναι καλά...

 

Περπατώντας... ανάμεσα σε άγνωστους τάφους...

 

ακολουθώντας τα ίδια βήματα μα με άλλο συναίσθημα πια...

 

άρχισα να τραγουδάω το τραγούδι μας...

 

Καμία απόγνωση...

 

Μόνο Αγάπη...

 

Αγάπη.

 

«Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου...»

 

Κι άρχισα να πετάω λουλούδια παντού...

 

«Και πάλι, Φίλε μου...»

 

Τα λουλούδια που είχα φέρει να της αφήσω μαζί με το μήνυμά μου...

 

«Απόψε...»

 

Και που τα είχα σύρει μαζί μου σε όλη τη χαμένη διαδρομή στο νεκροταφείο-λαβύρινθο...

 

«Λουλούδια ο κήπος επλημμύρισε...»

 

Τα λουλούδια μου τώρα πήγαιναν παντού...

 

προς όλες τις κατευθύνσεις...

 

θα την έβρισκαν...

 

θα έφταναν και σε εκείνη...

 

«Έμπα και μύρισε και κόψε...»

 

Τα λουλούδια μου τα έλαβαν όλοι...

 

Τόσο καλός Άνθρωπος που ήταν...

 

Το ίδιο θα ήθελε κι εκείνη...

 

Να μοιραστεί τα λουλούδια της...

 

Να μοιραστούμε το τραγούδι μας...

 

Και το τραγούδι μου το άκουσαν όλοι...

 

οι μη ζωντανοί μα και... οι ζωντανοί.

 

Νόμιζα πως ήμουν μόνη μου... Τόση ώρα δεν είχα συναντήσει κανέναν πέρα από τον κυριούλη στο σπιτάκι...

 

Και τώρα, σαν από το πουθενά,

 

εμφανίστηκε μια γυναίκα...

 

μια μητέρα... με δακρυσμένα μάτια...

 

«Mα, όμως, πρόσεξε να μη πληγωθείς...» τραγούδησε εκείνη...

 

και το μικρό αγοράκι της δίπλα έμεινε έκπληκτο και σιωπηλό κοιτάζοντάς την...

 

«κι από τα αγκάθια του να μην τρυπηθείς...» συνέχισε να τραγουδάει...

 

ενώ,τώρα, με κοίταζαν και οι δύο και με πλησίαζαν... μαζί...

 

Ήρθε κοντά μου, αφήνοντας λίγο πιο πίσω το αγοράκι της...

 

Και είπαμε μαζί ξανά τραγουδιστά τη φράση...

 

«Λιγά λουλούδια αν θέλεις... στείλε μου... και πάλι, Φίλε μου, απόψε...»

 

Αυτές. Αυτές είναι οι στιγμές για τις οποίες αξίζει να ζει κανείς.

Αυτές είναι οι στιγμές και για τις οποίες αξίζει να πεθάνει κανείς.

 

Αυτή η σύνδεση. Αυτό το μοίρασμα. Αυτή η ένωση.

 

Της χαράς ή της λύπης...

 

Με κοίταξε στα μάτια βαθιά και με αγκάλιασε...

 

Και να’μαι εκεί, στον μεγαλύτερό μου πόνο να με αγκαλιάζει ένας ακόμα μεγαλύτερος πόνος, το ένιωθα, ένας διαφορετικός πόνος...

 

Να με αγκαλιάζει... μια μητέρα που...

 

«Κορίτσι μου...» μου ψιθύρισε και έσπασε η φωνή της...

 

«Σε ευχαριστώ, κορίτσι μου...» έκλαιγε με λυγμούς στην αγκαλιά μου, όπως έκλαιγα εγώ πριν λίγο... κι ένιωθα το ασήκωτο βάρος, τον αβάσταχτο πόνο της... «Σε ευχαριστώ, για το τραγούδι σου... Κορίτσι μου, είσαι άγγελος... είσαι άγγελος που κατέβηκε στη γη... Όποιον κι αν έχασες είναι τυχερός που σε είχε στην ζωή του... Είσαι άγγελος... Έχασα την κόρη μου...»

 

Μια μητέρα που...

 

έχασε το παιδί της...

 

Να με αγκαλιάζει...

 

«σαν κι εσένα... στην ηλικία σου... σαν κι εσένα ήταν... Κοριτσάκι μου... Είσαι αγγελάκι... αγγελουδάκι... Άγγελος... »

 

Το αγοράκι με κοιτούσε με απορία και με συμπάθεια...

 

Σαν να συναντάει ένα περίεργο πλάσμα από άλλο κόσμο...

 

«Θες να σε πάμε κάπου; Να σε γυρίσουμε;»

 

Με ρώτησε η όμορφη γυναίκα με τα γαλάζια μάτια της και τα ξανθά μαλλιά της...

 

Σε αυτήν την εικόνα... δεν ήμουν εγώ που έμοιαζα με άγγελος...

 

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι...

 

«Τώρα... ξέρω τον δρόμο... Ευχαριστώ... Κι αυτά δεν τα χρειάζομαι άλλο...»

 

Της ἐδωσα τα υπόλοιπα λουλούδια μου... κρατώντας μόνο τον φάκελο γράμμα μου...

 

Και τρία λουλούδια...

 

Για τις τρείς μας.

Για τη Φιλία μας.

 

Η γυναίκα-μητέρα...

 

Με αγκάλιασε ξανά... Με φίλησε στο μέτωπο...

 

Τη χαιρέτησα...

 

Και άρχισα να περπατάω...

 

Το ένα, από τα τρία λουλούδια, το έδωσα στο αγοράκι φεύγοντας...

 

Γονάτισα ξανά... μα όχι για να κλάψω αυτή τη φορά μα για να έρθει το βλέμμα μου στο ίδιο ύψος με το δικό του...  

 

«Όταν ήμουν σαν κι εσένα έχασα έναν Αγαπημένο μου Άνθρωπο... όλοι μου έλεγαν πως θα περάσει... εγώ γνώριζα πως δεν θα περάσει... ήξερα πως θα αλλάξει με το χρόνο αυτό που αισθάνομαι... αλλά δεν θα περάσει... Δεν θα σου πω, λοιπόν, αυτό που μπορεί να σου λένε οι άλλοι... θα σου πω αυτό που πιστεύω εγώ... Αυτό που νιώθεις τώρα; Μπορεί να μην περάσει... Μπορεί να μην περάσει ποτέ... Όμως, πίστεψέ με, δεν θα είναι έτσι όπως το νιώθεις τώρα... Θα είναι αλλιώς... κάπως αλλιώς... Δεν μπορώ να το εξηγήσω... Δεν υπάρχουν λέξεις για αυτό... Θα είναι αλλιώς... Δεν είμαι άγγελος... Άνθρωπος είμαι... και οι Άνθρωποι πονάνε... μα... συνεχίζουν να Αγαπάνε... Το λουλούδι μου είναι η Αγάπη... η ίδια Αγάπη που ενώνει εσένα με αυτήν που έχασες κι εμένα με αυτήν που έχασα... ακόμα κι όταν μαραθεί... δεν πειράζει... είναι συμβολικό... σου το δίνω γιατί θέλω να θυμάσαι... πως...»

 

Και με ένα βλέμμα τα είπαμε όλα...

 

«Σας Αγαπώ.»

 

του είπα...

 

τους είπα... γιατί όπως σηκώθηκα ανέβασα το βλέμμα μου και στη μητέρα του...

 

Εκείνη με κοίταζε με Αγάπη και, επείτα τον αγκάλιασε...

 

Αυτές είναι οι στιγμές για τις οποίες αξίζει να ζεις.

 

Τους άφησα πίσω μου αγκαλιασμένους να τραγουδάνε...

 

«Λίγα Λουλούδια αν θέλεις... στείλε μου...»

 

Και να πετάνε τα υπόλοιπα λουλούδια... γύρω τους...

 

Αυτές είναι οι στιγμές και για τις οποίες αξίζει να πεθάνεις.

 

Βγήκα από το νεκροταφείο...

 

σαν να ήταν ό,τι πιο εύκολο το να βγεις από το λαβύρινθο της ψυχής...

 

Ξαφνικά, δεν ένιωθα καθόλου χαμένη.

 

Ήξερα ακριβώς τον δρόμο...

 

Τον δρόμο της Αγάπης.

 

Κι άρχισα να περπατάω μακριά από τον κόσμο του θανάτου προς τον κόσμο της ζωής...

 

Ένας κόσμος, βέβαια, είναι. Ενωμένος. Απλά άρχισα να περπατάω από τη μεριά του φωτός ξανά.

 

Συγνώμη, που δεν ήμουν μαζί σου...

 

Δεν το ήξερα για να είμαι.

 

Δεν το έμαθα για να είμαι.

 

Αλλιώς θα ήμουν εδώ.

 

Δεν ξέρω πότε έγινε.

 

Ποια μέρα. Ποια ώρα.

 

Δεν έχει σημασία.

 

Θα σε τιμάω κάθε μέρα, κάθε ώρα.

 

Με αυτό που είμαι και με αυτό που θα γίνω.

 

Αντίο, Φίλη μου...

 

Αντίο, ηλικιωμένη Φίλη μου...

 

Αντίο, Φιλεναδίτσα μου...

 

Θα σε τιμήσω,

θα σε τιμάω,

μαζί με την αδερφή μου,

θα σε τιμάμε,

όπως σου αξίζει...

 

Αντίο, Φιλεναδίτσα μας...

 

Σε Αγαπώ...

 

Σε Αγαπάμε...

 

Και συνέχισα στον δρόμο μου πια...

 

Κρατώντας δύο λουλούδια στα χέρια μου...

 

κι ένα γράμμα...

 

...

 

Δεν έχω χαθεί.

 

Ξέρω πού βρίσκομαι.

 

Ο προσανατολισμός υπαρκτός.

 

Η πορεία... εδώ.

 

Καταλαβαίνω προς τα πού να πάω.

 

Όλα μου φαίνονται όπως είναι.

 

Άλλοτε κάνω μικρότερους κι άλλοτε μεγαλύτερους κύκλους, καταλήγοντας στα ίδια σημεία ξανά και ξανά.

 

Και δεν πειράζει.

 

Άλλοτε καταφέρνω να ξεφύγω από τους κύκλους μου... μα δεν νιώθω χαμένη... Βρίσκομαι, όπου βρίσκομαι, όλα μου φαίνονται όπως είναι... κι αν με οδηγούν, πού και πού, σε αδιέξοδα;

 

Δεν πειράζει.

 

Κύκλοι, δρόμοι, αδιέξοδα, ξανά κύκλοι, ξανά αδιέξοδα.

 

Δεν πειράζει.

 

Σαν να είμαι σε έναν ατελείωτο λαβύρινθο.

 

Λέγεται ζωή.

 

Με τις διαδρομές της...

 

και τα μονοπάτια της...

 

Δεν είμαι χαμένη.

 

Και υπάρχει κάποιος.

 

Εγώ.

 

Και υπάρχουν κι άλλοι.

 

Όσοι Αγαπώ και με Αγαπάνε.

 

Πριν να φτάσουμε στο θάνατο... ας ζήσουμε τη ζωή μας.

 

Μέσα από την Αγάπη.

 

Θέλεις;

 

Θέλεις το ένα λουλούδι μου;