7/13/26

Θυμάμαι εκείνον τον Φίλο μου...

 

(11.07.2026 Σάββατο)

 

Θυμάμαι εκείνον τον Φίλο μου...

 

Θυμάμαι εκείνον τον Φίλο που τον εκτιμούσα και τον Αγαπούσα... τώρα έχω πολλά χρόνια να τον δω... αλλά ξέρω ότι αν τον συναντούσα, αν τον συναντήσω, η εκτίμηση και η Αγάπη είναι ακόμα εδώ, αμοιβαία και Αληθινή.

 

Σε μια συζήτησή μας, λοιπόν, μου έλεγε πως εκείνος πίστευε πως έπρεπε να βρω έναν τρόπο να είμαι «με το ένα πόδι μέσα στο «σύστημα» και με το άλλο πόδι έξω από αυτό».

 

Η συζήτησή μας ήταν σε σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο.

 

Εκείνος δεν είχε καμία σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο.

 

Εγώ υποτίθεται πως είχα σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο.

 

Εννοούσε, λοιπόν, ο Φίλος μου, βγάζοντας συμπεράσματα μάλλον από το δικό του εργασιακό πλαίσιο, το να κάνω και καλλιτεχνικές δουλειές που δεν με «εκφράζουν»... γιατί αυτό ίσως να πίστευε αυτός πως είναι το «πρόβλημα».

 

(Εδώ γελάμε κάποιοι, αν όχι όλοι, που βιώσαμε, τον καλλιτεχνικό χώρο...)

 

«Ωραία, λοιπόν...» του απάντησα.

 

«Τι σημαίνει αυτό το με το ένα πόδι μέσα και το άλλο πόδι έξω;» τον ρώτησα...

 

«Ας το συζητήσουμε... Θέλω να σου κάνω μερικές ερωτήσεις... και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά...»

 

Πήρα μια ανάσα τον κοίταξα βαθιά στα μάτια και ξεκίνησα

 

«Θα μου έλεγες να κοιμηθώ με έναν σκηνοθέτη για να πάρω τον ρόλο;»

 

«Μα...» πήγε να πει ο Φίλος μου.

 

«Απάντησέ μου σε αυτό που σε ρωτάω... Θα έλεγες σε κάποιον-κάποια να κοιμηθεί με έναν σκηνοθέτη για να πάρει έναν ρόλο;»

 

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

 

«Εννοείται πως όχι...»

 

Ξαναπήρα ανάσα και το βλέμμα μου δεν έφευγε στιγμή από το δικό του...

 

«Θα μου έλεγες να μείνω κάπου που γίνεται κυριολεκτικά κακοποίηση; Για παράδειγμα, σε βρίζουν κάθε μέρα ή σε υποτιμάνε κάθε μέρα ή σε χτυπάνε κάθε μέρα ή...»

 

«Μα...»

πήγε να πει ο Φίλος μου

 

«Σε παρακαλώ, απάντησε σε αυτό που σε ρωτάω...»

 

«Όχι...» είπε και κατέβασε το κεφάλι.

 

Περίμενα να ξανασηκώσει το βλέμμα του, να διασταυρωθεί με το δικό μου και μετά συνέχισα

 

«Θα μου έλεγες να μείνω κάπου που η κακοποίηση δεν γίνεται σε εμένα αλλά γίνεται στον διπλανό μου; Να βρίζουν, να υποτιμούν, να χτυπάν τον δίπλα μου; Ή άλλο παράδειγμα, σεξουαλική παρενόχληση να συμβαίνει ακριβώς δίπλα μου την ώρα της πρόβας;»

 

«Μα...»

 

πήγε να πει πάλι αλλά είδε το βλέμμα μου που ήθελε απλά μια απάντηση και συνέχισε μόνος του

 

«Όχι, όχι... εννοείται πως όχι...»

 

Τον κοίταζα στα μάτια. Είχε σημασία για εμένα να τον κοιτάζω στα μάτια.

 

«Αυτό το ένα πόδι μέσα και το άλλο πόδι έξω... που λες με τέτοια άνεση και απλότητα... Αυτό το ένα πόδι μέσα; Σε αυτά είναι μέσα! Σε αυτά και σε άλλα... Αυτό το ένα πόδι μέσα στο «σύστημα» έχει κόστος... Και άκου κι αυτό... Αυτός που θα κοιμηθεί για να πάρει τον ρόλο; Μπορεί τελικά να μην του τον δώσουν καν... Μπορεί να μην δοθεί το "αντάλλαγμα" που κάποιοι του "έταξαν". Και... Αυτός που τον βρίζουν και τον υποτιμάν καθημερινά; Μπορεί αυτή να είναι η τελευταία φορά που θα συμμετέχει σε κάτι καλλιτεχνικό, μπορεί, πιθανότατα, να παρατήσει την τέχνη του. Αυτός που τον εξαντλούν ψυχολογικοσωματικά μπορεί να καταρρεύσει κυριολεκτικά και να τρέχει στα νοσοκομεία. Αυτός που τον παρενόχλουν σεξουαλικά μπορεί ξαφνικά να βγάλει αυτοάνοσο. Αυτός που...»

 

«Κατάλαβα...» μου είπε μα αυτή τη φορά χωρίς να ακουστεί κανένα «Μα...»

 

«Εγώ πάλι... δεν κατάλαβα. Αλήθεια σου το λέω. Δεν κατάλαβα... Τι σημαίνει αυτό το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω; Είτε μου το λες εσύ, είτε άλλοι, είτε κάποτε μπορεί να μου το είπε ακόμα και ο ίδιος ο εαυτός μου... Τι σημαίνει αυτό όταν το λέμε; Το «με το ένα πόδι μέσα» δεν είναι κάτι αφηρημένο... είναι κάτι συγκεκριμένο... ούτε είναι κάτι ιδανικά μη ιδανικό... έτσι όπως θα το θέλαμε να είναι... ότι και καλά... εντάξει... πού και πού... ή ακόμα και συχνά ή ακόμα και συνέχεια... θα κάνεις κάτι που, εντάξει, σιγά τι έγινε, πώς κάνεις έτσι, δεν σε πολυεκφράζει... Το... με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο έξω... σημαίνει πολλά παραπάνω από όσα μπορούν να ειπωθούν... και τα ξέρει ο καθένας για τον εαυτό του... και, παρόλα αυτά, συνεχίζουν να το λένε οι άνθρωποι...  Μου το λες εσύ! Εσύ! Που είσαι τόσο έξυπνος και έχεις και ενσυναίσθηση... και το λες σε εμένα... που με ξέρεις τόσο καλά!... και που νοιάζεσαι για εμένα... και, παρόλα αυτά, μου το λες... έτσι... απλά και εύκολα... σαν να μην είναι κάτι σημαντικό... σαν να είναι κάτι που οφείλω να ξεπεράσω... σαν να είναι κάτι που είναι δικό μου θέμα για να το προσπεράσω... σαν να είναι κάτι σε ένα πλαίσιο «φυσιολογικό» ή «κανονικό»... αλλά αν με βίωνες να είμαι «με το ένα πόδι μέσα»... η άποψή σου είμαι σίγουρη, πρόσεξέ με, δεν το νομίζω μα για εσένα είμαι σίγουρη, πως θα ήταν διαφορετική...»

 

«Μα...»

 

Πήγε να πει...

 

Και δεν είπα κάτι...

 

Ήταν άλλο «Μα...» αυτή τη φορά.

 

"Μα... ριλού..."

 

και επανέλαβε το όνομά μου όλο μαζί... χωρίς να κάνει παύση...

 

«Μαριλού...»

 

Με κοίταζε όπως δεν με είχε κοιτάξει πότε πριν... χωρίς να ξέρω καν τι σημαίνει...

 

«Τι άνθρωπος είσαι...!»

 

είπε...

 

«Δεν σου τα είπα για να μου πεις τι άνθρωπος είμαι... δεν ξέρω γιατί σου τα είπα... Συνήθως, δεν αρχίζω να μιλάω για αυτά γιατί μετά δεν μπορώ να σταματήσω... το «με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο έξω» είναι μια τραμπάλα... μια επικίνδυνη, χαλασμένη, τραμπάλα... και δεν μπορείς να ισορροπήσεις σε μια σπασμένη τραμπάλα... κι όσο κι αν μου αρέσουν τα παιχνίδια... σε αυτό το παιχνίδι δεν θέλω να πάρω μέρος... ακριβώς επειδή δεν είναι παιχνίδι... είναι πραγματικότητα... είναι ζωή... και με τις ζωές; Δεν παίζουμε. Στο «τσαφ, τσουφ, το τρενάκι περνά», είναι ένα ποιηματάκι-παιχνίδι με σκοινάκι-λάστιχο μάλλον δεν θα το ξέρεις, λες, ενώ χοροπηδάς μέσα και έξω από το σκοινάκι, «μέσα, έξω, μέσα...»... «πατά!» και πατάς το σκοινί. Το μέσα-έξω-μέσα σε έναν αδίστακτο και χωρίς ανθρωπιά χώρο καταλήγει με κάτι που πατιέται... μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια... ή πολλά άλλα... πάντως... καταλήγει με κάποιον πατημένο... και, αυτός ο κάποιος πιθανότατα θα είσαι εσύ ή αν δεν είσαι εσύ... θα είναι ο διπλανός σου. Κι αν σε πονάει και ο διπλανός σου σαν να είσαι εσύ... δεν γίνεται... απλά δεν γίνεται... Εσύ λες και μέσα και έξω. Εγώ λέω ούτε μέσα ούτε έξω. Το μέσα-έξω από κάτι είναι σαν να γυρνάει η ζωή σου γύρω από κάτι. Μα δεν με ενδιαφέρει αυτό το «κάτι» για να είναι η ζωή μου μέσα, έξω ή να γυρνάει η ζωή μου γύρω από αυτό. Είμαι και με τα δύο πόδια μου εδώ. Κοίταξέ με. Εδώ. Περπατάω τον δικό μου δρόμο. Αυτό ήθελα πάντα. Δεν σημαίνει πως τα καταφέρνω έτσι όπως θα ήθελα. (Και λυπάμαι για αυτό...). Το αντίθετο θα έλεγα, μάλλον δεν τα καταφέρνω. (Και ξέρω πως μπορεί κι εσύ να λυπάσαι για αυτό κι, ίσως, για αυτό να μου τα λες αυτά ψάχνοντας απεγνωσμένα μια λύση για εμένα αλλά δεν είναι αυτή η λύση μου και δεν οφείλεις έτσι κι αλλιώς εσύ να μού βρεις καμία λύση!). Απέχω πολύ από αυτό που θα ήθελα, από αυτό που θέλω! Αλλά δεν είμαι χωρισμένη σε δύο κόσμους. Είμαι ενωμένη και ολόκληρη σε έναν κόσμο... και προσπαθώ τίμια, ειλικρινά, με Αγάπη στην καρδιά μου, με Αλήθεια στο βλέμμα μου, με το ταλέντο μου, με τις ιδέες μου... και για αυτό... δεν λυπάμαι... χαίρομαι...  προχωράω με αυτό που είμαι... στον δικό μου μοναδικό, ξεχωριστό δρόμο..."

 

Τον είδα να δακρύζει...

 

Ήταν η μοναδική φορά στη ζωή μου που τον είδα να δακρύζει...

 

και μετά η συζήτηση μας... οδηγήθηκε αλλού...

 

Είμαι τόσο σίγουρη για αυτόν τον Φίλο μου...

 

πως και τώρα να τον δω...

 

θα νιώθω όπως τότε...

 

Αγάπη.

 

Ήμασταν δύο διαφορετικοί κόσμοι...

 

μα μέσα από τις συζητήσεις μας;

 

Αισθανόμασταν και οι δύο πως μαθαίνουμε τον κοινό μας κόσμο και πως γινόμασταν και οι δύο καλύτεροι Άνθρωποι...

 

Και με πόσους Ανθρώπους συζητάμε πραγματικά, μιλάμε, ακούμε, μοιραζόμαστε, προβληματιζόμαστε και μετακινούμαστε-αλλάζουμε μέσα από τις συζητήσεις μας;

 

Αυτός ο Φίλος μου...

 

Στη δική μου ζωή...

 

ήταν ένας τέτοιος Άνθρωπος...

 

Να είσαι καλά, Φίλε μου, όπου κι αν είσαι...

 

Να είσαι καλά...

Τα τετράδιά μου

 

(12.07.2026 Κυριακή)

 

Τα Τετράδιά μου

 

 

Έχω τέσσερα διαφορετικά τετράδια μπροστά μου...

 

κι ανάλογα με αυτό που γράφω ή που θέλω να γράψω... αλλάζει και το τετράδιο...

 

Τα τετράδιά μου έτυχε σήμερα να είναι όλα σε αποχρώσεις του κόκκινου...

 

Σαν να παρακολουθείς ροζκοκκινοροδακινοπορτοκαλοβερυκοκίτρινη παλέτα!

 

Και δεν ξέρω...

 

ποιο κείμενό μου να "διορθώσω",

ποιο κείμενό μου να καθαρογράψω,

ποιο κείμενό μου να ολοκληρώσω,

ποιο κείμενό μου να αντιγράψω,

ποιο κείμενό μου να συμπληρώσω ή να τελειώσω,

ποιο κείμενό μου να ξεκινήσω ή να αρχίσω...

 

Θέλω να μοιραστώ κάτι από όλα...

 

(με εσένα, Φίλε μου...)

 

και δεν ξέρω τι...

 

Nα είναι το κείμενο του έρωτα, της φιλίας, της προδοσίας, του πόνου, του φόβου, της τέχνης, της Αγάπης;

 

Να είναι κάτι που έγραψα στο χθες ή στο προχθές; Ή κάτι που θα γράψω τώρα;

 

Έχω τέσσερα διαφορετικά τετράδια

και δεν μου φτάνουν...

δεν χωράνε τις ιδέες μου...

δεν με χωράνε....

 

μα τα Αγαπώ και με Αγαπάνε...

 

Γέμισαν ξανά τον καφέ μου...

Τι μαγικό ήταν αυτό;

Χωρίς να το ρωτήσω...

Χωρίς να το ζητήσω...

Μου έκαναν Δώρο κι άλλο καφέ...

και μου έφεραν και γάλα!

 

Με είδαν, μάλλον, να γράφω από το πρωί κι ίσως να "διάβασαν" το μυαλό μου!

 

Πως θέλω λίγο ακόμα...

λίγο ακόμα...

 

καφέ και γάλα...

γάλα και καφέ...

 

Τα χρώματα των τωρινών τετραδίων μου είναι στα χρώματα της Ανατολής...

 

Έτσι αισθάνομαι, κάθε φορά, όταν γράφω...

 

κάθε φορά!

 

Σαν να βγαίνει ο ήλιος...

 

και να φωτίζεται όλο μου το "είναι"!.

 

Σαν να ξεκινάει η ημέρα!

 

Σαν να αρχίζει το πρωί!

 

Τι καλά που υπάρχει η γραφή!

Τι καλά που υπάρχει η αφή!

 

Η αφή της γραφής!

Η γραφή της αφής!

 

Αυτό που γλιτώνει τη σκέψη μου από το "κάψιμο"...

είναι το γράψιμο.

 

Αυτό που γλιτώνει το σώμα μου από το "πάτημα"...

είναι το περπάτημα.

 

Όταν περπατάω και όταν γράφω...

είμαι συντονισμένη και ευτυχισμένη.

Συντονισμένα ευτυχισμένη.

 

Τι να μοιραστώ με τον κόσμο σήμερα;

Τι να μοιραστώ μαζί σου;

Τι να μοιραστώ;

 

Ίσως αυτό;

Αυτό που συμβαίνει τώρα;

Αυτό.

 

Γράφω.

 

Πίνω μια γουλιά καφέ.

Και δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο.

 

Αυτό αρκεί.

Αυτό είναι αρκετό.

 

Είμαι ζωντανή.

 

Υ.Γ. 1

 

Σε Ευχαριστώ ζωή!

Που υπάρχει η αφή...

για να αγγίζω...

 

Σε Ευχαριστώ ροή!

Που υπάρχει η γραφή...

για να γεμίζω...

 

Υ.Γ. 2

 

Kι έχω κι ένα πέμπτο τετράδιο στην τσάντα μου... άδειο ακόμα και το χρώμα του μωβ... είναι για όταν έρχεται η Δύση... φεύγει ο ήλιος... κι έρχονται στον ουρανό μου... άλλες αποχρώσεις...

Σπίτι

 

(13.07.2026 Δευτέρα)

 

Σπίτι

 

Πρώτα άπλωσα το πλυντήριο (που το είχα βάλει πριν καμία ώρα).

 

Μετά σφουγγάρισα το δωμάτιο-γραφείο (εκτός από το σημείο που ήταν ξαπλωμένος ο γατούλης... αυτό δεν σφουγγαρίστηκε!).

 

Ύστερα γέμισα παγάκια το κουτί στην κατάψυξη για όλους, έβαλα νερό στις παγοθήκες για να φτιαχτούν καινούργια παγάκια, άλλαξα το νερό στα τρία μπολάκια των γατιών και έριξα δύο-τρία παγάκια σε καθένα τους (μήπως και καταφέρω να δροσίσω ό,τι δεν γίνεται να δροσιστεί με τίποτα).

 

Έπειτα καθάρισα όλο το μπάνιο, μάρμαρα, καθρέφτης, πλακάκια... όλα... Μόνο τη μπανιέρα δεν έκανα... σκέφτηκα να την αφήσω για αργότερα, αφού τελειώσουν τα σφουγγαρίσματα. (Ούτε που ξέρω πόση ώρα μου πήρε αυτό το στάδιο!)

 

Μετά καθάρισα τις άμμους των γατιών... (ενώ  η μία γατούλα με κυνηγούσε, γύρω γύρω!).

 

Άφησα μια μικρή σακουλίτσα σκουπίδια έξω από την πόρτα στο πλάι για να την κατεβάσω σε λίγο...

 

Ξεσκόνισα, σκούπισα, σφουγγάρισα σαλόνι, χολ, διάδρομο... (και η μέση μου ήδη άρχισε να παραπονιέται!).

 

Έπειτα η κουζίνα, αυτή έγινε πιο βιαστικά, δεν προλάβαινα, σε λίγο θα μαζευόμασταν όλοι (και είχε αρχίσει πια να πονάει κι ο ένας μου ώμος... αυτή είναι καινούργια προσθήκη στον πόνο! Κάτι θα έκανα απότομα, αυτές τις μέρες!)

 

Έβγαλα όλα τα σκουπίδια... και πήγα να τα ενώσω με αυτά τη μικρή σακουλίτσα που είχα βγάλει πιο πριν... για να τα κατεβάσω όλα μαζί... και δεν την έβρισκα πουθενά... (πήγα να χαρώ πως με βοήθησε κάποιος μη από μηχανής Άνθρωπος αλλά μετά συνειδητοποίησα πως ασυναίσθητα ήμουν εγώ η ίδια που το είχα κάνει... μόνη μου με είχα βοηθήσει...)

 

Κατέβηκα κάτω (ενώ τα γόνατά μου γκρίνιαζαν!) και πέταξα ό,τι ήταν να πεταχτεί (πιθανότατα, θα ήθελα να πετάξω και μερικές αόρατες σακούλες που κουβαλάω σαν βάρος και όλο το αναβάλλω... αλλά είπα, για μια ακόμα φορά, να τις αφήσω για άλλη μέρα αυτές...)

 

Ανέβηκα. Τάισα τα γατάκια... (και εμφανίστηκε και η τρίτη γατούλα που ήταν κρυμμένη όλη την ημέρα, δεν αντέχει τη ζέστη όπως κι εγώ, της αρέσει η ησυχία της όπως κι εμένα και πάει και κρύβεται, εγώ δεν κρύβομαι... αλλά αν χωρούσα στις κρυψώνες της, ποιος ξέρει;, μπορεί να το έκανα!)

 

Έγινε και η μπανιέρα (εδώ πια έδωσαν  ρεσιτάλ τα πιασίματα σε όλο το σώμα μου!)

 

και έκανα έναν γύρο στο σπίτι για να δω πως είχαν γίνει όλα...

 

Έτσι όπως περνούσα... άγγιξα για λίγο το πιάνο... χωρίς να το καταλάβω... στιγμιαία φτερούγισε η καρδιά μου... έστριψα το βλέμμα για λίγο... και είδα τα ταλαιπωρημένα χέρια μου...

 

Εξουθενωμένη πήγα στο δωμάτιο με τα δικά μου πράγματα. Πόση δουλειά έχει να γίνει και εδώ! Πόσο καθάρισμα! Πόσο ξεκαθάρισμα!

 

Θα χρειαστούν μέρες, εβδομάδες μπορεί και μήνες...

 

Κάθισα στο πάτωμα.

 

Τα πράγματά μου...

 

Τετράδια, χαρτιά, βιβλία, αρκουδάκια, αντικείμενα, σκηνικά...

 

Τα κοίταξα.

 

Γιατί τα αφήνω πάντα τελευταία;

 

Με κοίταξα.

 

Γιατί με αφήνω πάντα τελευταία;

 

...

 

Σαν να με άκουσαν εμφανίστηκαν τρία γατάκια και κάθισαν μαζί μου στο δωμάτιο.

 

Η μία γατούλα ανέβηκε ψηλά στη βιβλιοθήκη.

Η άλλη γατούλα ανέβηκε ψηλά στο δέντρο τους.

Και ο γατούλης ξάπλωσε στο κέντρο του πατώματος.

 

Με νιώθουν... Με καταλαβαίνουν...

 

Όσο τις νιώθω και τις καταλαβαίνω κι εγώ...

 

Πότε δεν κατάλαβα γιατί λένε σαν αρνητικό ότι θα ζήσεις με γάτες τη ζωή σου... σαν... "απειλή" μοναξιάς!

 

Άλλο και τούτο!

 

Τη συντροφιά να τη λες μοναξιά!

 

Άλλη μοναξιά είναι αυτή που "τρώει" τους ανθρώπους...

 

Σηκώθηκα.

 

Το ότι με αφήνω τελευταία δεν σημαίνει πως δεν έχω κι άλλες δυνάμεις για εμένα...

 

Και ξεκίνησα να φτιάχνω τη βιβλιοθήκη μου...

 

...

 

Εξάλλου, είναι από πού θα μετρήσεις...

 

Μπορεί να μηδενίστηκε το χρονόμετρο...

 

Και να ξεκινάμε από την αρχή...

 

Κι αυτό που μοιάζει τελευταίο; Να είναι πρώτο...

 

Ή μπορεί να μην υπάρχουν πρώτα και τελευταία... και απλά να προχωράνε όλα μαζί!

 

Μπορεί να μην υπάρχουν πρώτοι και τελευταίοι... και απλά να περπατάμε όλοι μαζί!

 

Αρκετά νομίζω με τους προβληματισμούς-παραλληλισμούς...

 

Σκέφτηκα...

 

συνεχίζοντας με τα βιβλία , ξεσκονίζοντας φιλοσοφία...

 

 

7/2/26

Μ Μ

 (12.05.2026)

 

 

Για να ανταγωνιστώ ένα αρσενικό ποντίκι,

με έφτιαξαν ένα θηλυκό σκυλί...

Ποιος να σταθεί απέναντι στον Μίκυ;

Αν όχι ένα ανθρωπόμορφο φιλί;

 

Γεννήθηκα, λοιπόν, άνθρωπος-ζώο,

κι η ράτσα μου ήταν γαλλικό κανίς...

Δεν ξέρω αν είχα ή έχω καθαρό μητρώο,

μα ξέρω...

πως δεν με νοιάστηκε πότε κανείς...

 

Δούλευα σε ένα κέντρο νυχτερινό,

διασκέδαζα τον κόσμο τραγουδώντας,

το μόνο που ήθελα ήταν κάτι αληθινό,

χόρευα συχνά ζαρτιέρες φορώντας...

 

Σιγά σιγά,

τα αυτιά μου έγιναν σκουλαρίκια,

η μύτη μου... ανθρώπινο κουμπί...

Έμειναν οι άνθρωποι και τα ποντίκια.

Στα χέρια μου βραχιόλια έχουν μπει...

 

Μα σύντομα έπεσα θύμα

μιας ανελέητης λογοκρισίας...

Δεν με ήθελαν να είμαι τόσο "χύμα",

θύμα, λοιπόν, γνωστής υποκρισίας.

 

Είναι κοντό το φόρεμά μου; Δείτε!

Το έκαναν μακρύ με μια γραμμή!

Και τι ενοχλεί το εξώπλατο, για πείτε...

Βάλαν μανίκια μη φανεί ούτε σπιθαμή.

 

Κι από τραγουδίστρια έγινα δασκάλα!

Και όχι μόνο! Με έκαναν και γραμματέα!

Νοικοκυρά και μπέιμπι σίτερ και πόσα άλλα!!!

Ό,τι τους έμοιαζε "σοφή" και "έξυπνη" ιδέα!

 

Είναι γνωστό πως τότε μόνο είσαι σοβαρή!

Το μακιγιάζ σου όταν λιγοστεύει!

Και πότε μια γυναίκα είναι σεμνή;

Μα, φυσικά, όσο λιγότερο χορεύει...!

 

Και την ελεύθερη τη φύση μου, την έσβησαν με γόμα!

Και το προκλητικό για εκείνους... κάναν παθητικό.

Μα εγώ ήμουν κι είμαι ο εαυτός μου ακόμα!

Δεν σβήνεται έτσι εύκολα το επαναστατικό!

 

Κι αν μου έκλεψαν όλα μου τα κοσμήματα...

σαν δείγμα, και καλά, ανηθικότητας...

κι αν με έσπρωχναν σε όλα μου τα βήματα,

για γεύση-αίσθηση γελοίας ανωτερότητας...

 

Αν ξέρεις το όνομά μου έχω επιζήσει,

σημαίνει κέρδισα τον πόνο και τον χρόνο...

Όσα είπα, έκανα, ένιωσα, έχω ζήσει...

για τίποτα από αυτά δεν μετανιώνω...

 

Το είπε κι η Πιάφ πολύ μετά,

σε ένα απ' τα τραγούδια της τα κάπως τελευταία...

Δεν μετανιώνω για τις αναμνήσεις μου-φωτιά...

Δεν μετανιώνω για τα άσχημα ούτε για τα ωραία...

 

Ζήσαμε μαζί την ίδια εποχή...

κι ας ήμασταν τόσο διαφορετικές...

Ήμασταν και οι δύο ήλιος και βροχή...

και είχαμε ζωές ανατριχιαστικές...

 

Είμαι γυναίκα, είμαι κορίτσι, είμαι παιδί,

κόμικ, καρτούν, ταινία, σχέδιο κινούμενο...

Σε πόσα μέρη με είδες, με έχεις δει;

Κι αν με ρωτάς ποιο είναι το ζητούμενο...

 

Είμαι ακόμα ζωντανή κι ας μην έχω ανάσα...

Είμαι Άνθρωπος... κι ας μην έχω καρδιοχτύπι...

Δεν θα πεθάνω πότε! Δεν θα βρεθώ σε κάσα!

Είμαι αθάνατη! Κι αυτό... φέρνει χαρά ή λύπη;

 

Είμαι γυναίκα σύμβολο... σας έχω επηρεάσει.

Είμαι διάσημη, ασπρόμαυρη μα και χρωματιστή.

Ευέλικτη σε κάθε μόδας τάση.

Το στυλ μου πώς και πόσο έχει ζωγραφιστεί...

 

Και το όνομά μου; Η ταυτότητά σας.

Ρόλο καθρέφτη έπαιζα διαρκώς.

Η ύπαρξή μου; Η οντότητά σας.

Με επιθυμούσαν όλοι διακαώς.

 

Είμαι η Μπέτι... η Μπέτι Μπου.

Και έχω μέσα μου του κόσμου όλους τους ήχους.

Είμαι η Μάρι... η Μάρι Λου.

Που γράφω τώρα αυτούς εδώ τους στίχους.

 

Είμαστε το ίδιο πρόσωπο

κι αυτό δεν είναι απρόσωπο.

Είμαστε το ίδιο δάκρυ,

μαζί τη βρίσκουμε την άκρη.

Και μοιάζουμε, ταιριάζουμε,

με μια φωνή, αλλάζουμε.

Είμαστε το ίδιο γέλιο,

σαν ζωντάνο θεμέλιο.

Γυναίκες του κόσμου, εξελισσόμαστε...

Εκεί που όλες μας συναντιόμαστε.

Χανόμαστε; Βρισκόμαστε...

εκεί που "ένα" γινόμαστε.

 

Γράφω τώρα αυτούς τους στίχους.

Είμαι η Μάρι... η Μάρι... Λου.

Έχω μέσα μου του κόσμου όλους τους ήχους.

Είμαι η Μπέτι... η Μπέτι... Μπου.

 


Μαριλού-Μπέτι Μπου

Με κοιτάζει

 


(02.07.2026 Πέμπτη)


Με κοιτάζει

 

 

Την κοιτάζω.

 

Είναι στο γραφείο της.

 

Διπλά της...

 

ένα φλιτζάνι καφέ σε ένα πιατάκι,

ένα ποτήρι νερό μισογεμάτο,

μια μολυβοθήκη ροζ με σχήματα, άσπρους ρόμβους και πρασινοκίτρινα τρίγωνα...

 

Μέσα της...

 

μαρκαδόροι και μολύβια... χρώματα...

 

Μπροστά της...

 

ένα ημερολόγιο γραφείου,

 

από αυτά που γυρνάς τις σελίδες και αλλάζουν οι ημερομηνίες και προχωράει ο χρόνος...

 

Πίσω της...

στον τοίχο...

κρεμασμένος ένας πίνακας...

που δείχνει τη θάλασσα.

 

Ένα κύμα...

που μοιάζει να συνεχίζει και να συνεχίζεται...

 

Και μπορεί κι ένα νησί;

Στο βάθος;

Μπορεί...

Μπορεί και όχι.

 

Μοιάζει σαν να φοράει μπλε ποδιά παρόλο που δεν είναι μαθήτρια κι ο γιακάς της, διπλωμένος και λευκός.

 

Τα νύχια της, κατακόκκινα και λαμπερά! Σαν να τα έβαψε μόλις!

 

Στο δεξί της χέρι κρατάει ένα μπλε στυλό και με το αριστερό της χέρι γυρίζει τις σελίδες, τα χαρτιά που έχει μπροστά της.

 

Και το βλέμμα της...

 

κοιτάζει εμένα.

 

Με τα κάστανα της μάτια και

τα κάστανα της μαλλιά, κοντά και κυματιστά σαν το κύμα του πίνακα.

 

Χαμογελάει αχνά και αινιγματικά.

 

Μια σύγχρονη τζοκόντα.

 

Δεν την έχω ξαναδεί έτσι.

 

Δεν την έχω ξαναδεί

με κυματιστά μαλλιά...

με κόκκινα νύχια...

 

Ούτε τόσο σοβαρή...

 

Εκπέμπει υπευθυνότητα.

 

Και Εμπιστοσύνη.

 

Αυτό το στοιχείο της το έχω ξαναδεί.

 

Εμπνέει Εμπιστοσύνη.

 

Δεν είναι τυχαίο που ήταν τόσο καλή στη δουλειά της.

Και...

 

Δεν την έχω ξαναδεί τόσο... τόσο... τόσο νέα.

 

Με κοιτάζει.

 

Την κοιτάζω...

 

σε αυτήν την φωτογραφία...

 

και συνειδητοποιώ πως το σπίτι της δεν θυμάμαι να είχε ούτε μία φωτογραφία από όταν ήταν νέα... ούτε μία! Δεν μπορώ να θυμηθώ...

 

Εγώ την ξέρω με γκρίζα μαλλιά, πιασμένα πάντα κότσο, με μακριά φορέματα με μικρά λουλουδάκια, με νύχια κοντά και χωρίς χρώμα, τα νύχια της χωρίς χρώμα... εκείνη μέσα της... ήταν σαν την μολυβοθήκη... είχε όλα τα χρώματα του κόσμου...

 

Γυρίζω τη φωτογραφία...

και δεν γράφει τίποτα...

 

Μια ημερομηνία... Ένα μέρος...

Κάτι... Κάτι οτιδήποτε...

 

Βλέπω, όμως, το αχνό μελάνι...

 

«Αθήναι»

 

«Νοε»

 

(Φαντάζομαι θα είναι Νοέμβριος)

 

«77»

 

(Φαντάζομαι θα είναι το 1977)

 

Νοέμβριος 1977

 

Ούτε καν είχα γεννηθεί...

Τρία χρόνια μετά θα γεννηθώ...

(Οκτώβριος 1980)

 

Αυτά τα θολά στοιχεία, το μέρος, το μήνα, το έτος, τα βλέπω από τη σφραγίδα του τυπογραφείου-φωτογραφείου, όπου εκτυπώθηκε η φωτογραφία η οποία πρέπει να τραβήχτηκε πιο πριν... πολύ πιο πριν... πολύ πολύ πιο πριν...

 

Αναρωτιέμαι...

 

Ποιος είναι ο φωτογράφος;

 

Αναρωτιέμαι...

 

Ποιον κοιτάζει;

 

Ξέρω πως τώρα κοιτάζει εμένα

 

και εσένα.

 

Κοιτάζει

όποιον κρατάει τη φωτογραφία.

 

Μα η αλήθεια είναι πως...

 

Κοιτάζει

αυτόν που τραβάει τη φωτογραφία.

 

Όλη η εικόνα ακτινοβολεί αίσθηση παλιάς Αθήνας.

 

Τη βρήκα μόλις τώρα αυτήν τη φωτογραφία...

 

Μόλις τώρα...

 

ανάμεσα στα λίγα χαρτιά του αδερφού της...

 

Οι μαρκαδόροι πια έχουν τελειώσει...

 

Το ποτήρι νερό πια έχει αδειάσει... κι ας μην ήταν τυχαίο πως μπροστά της ήταν πάντα μισογεμάτο...

 

Τα χαρτιά που γυρνάει, γλιστράνε από τα χέρια της και πετάνε στον αέρα...

 

Υπάρχουν γραπτά που δεν μένουν...

 

Ο χρόνος έχει προχωρήσει τόσο στο ημερολόγιο που την έχει προσπεράσει για τα καλά...

 

Τώρα το κύμα συνεχίζει και συνεχίζεται...

 

Αλλά τα λόγια μένουν.

 

Τα λόγια της μένουν.

 

Όσα μου είπε, όσα μου έμαθε, έχουν χαραχτεί μέσα μου.

 

Τα συναισθήματα μένουν.

 

Τα βλέμματα μένουν.

 

«Κοίτα τι βρήκα!»

λέω στον μπαμπά μου

και γίνομαι για λίγο και πάλι παιδί!

«Αυτή δεν είναι;»

«Της μοιάζει...»

 

«Κοίτα τι βρήκα!»

λέω στην αδερφή μου

και γίνομαι και πάλι κοριτσάκι!

«Αυτή δεν είναι;»

«Νομίζω, ναι...»

 

Το ξέρω! Το νιώθω! Το βλέπω!

 

Αυτή είναι.

 

Αυτή.

 

Χρειάστηκε να περάσει τόσος καιρός για να πάρω μια γεύση από το πώς ήταν όταν ήταν νέα...

 

(και έχει μια γεύση... γλυκού Γαλαξιδιού...)

 

Και πόσο όμορφη!

 

Πάντα μου φαινόταν όμορφη!

 

Η Φίλη μου...

που την γνώρισα όταν ήταν 80 χρόνων...

Μα εδώ; Μοιάζει 25...

 

Σαν κάτι να θέλει να μας πει...

 

Αν πλησιάσεις τη φωτογραφία κάτι σου ψιθυρίζει...

 

Είναι η φωνή της ή η φωνή της θάλασσας που σου μιλάει...

 

Κι αυτό που θα ακούσεις είναι μόνο για εσένα...

 

Σε εμένα θα πει κάτι διαφορετικό.

 

Σε καθέναν μας λέει κάτι άλλο...

 

Σςςςςςςς!

 

Άκου! Την ακούς;

 

Ας κάνουμε ησυχία...

 

Ας την ακούσουμε...