9/23/26

O Πρώτος Σαμουράι

 



Ο Πρώτος Σαμουράι

 

«Respect»

 

μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια.

 

Εκείνος.

 

Που μόνο σεβασμό μπορείς να νιώσεις για αυτόν.

 

Σεβασμό και θαυμασμό.

 

Και δεν του έφτανε να το πει μία φορά μόνο. Tο επανέλαβε για να είναι σίγουρος πως θα το ακούσω και, κυρίως, πως θα το νιώσω...

 

«Απλά... Respect

 

Κι έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν να βγάζει ένα αόρατο καπέλο και μια μικρή υπόκλιση.

 

Γιατί οι Άνθρωποι που εκπέμπουν εκτίμηση και που μαζεύουν τον σεβασμό μας χωρίς καν να τον ζητήσουν δεν διστάζουν και να τον δείξουν στους άλλους...

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πρώτος Σαμουράι.

 

Που είναι σε όλα πρώτος...

στέκεται μπροστά μπροστά...

και ξεκινάει όλες τις δοκιμασίες...

χωρίς δισταγμό,

γενναία.

 

Και θα μπορούσε άνετα

να είναι αυτός ο τίτλος του:

 

Ο Γενναίος.

 

Γιατί αν κάτι είναι σίγουρο

 

είναι πως είναι γενναίος.

 

Είναι, έξαλλου, ο μόνος από εμάς που τρεις φορές έδωσε αυτήν την μάχη! Όχι μία! Όχι δύο! Μα τρεις! Τρεις διαφορετικές φορές σε τρεις παρόμοια δύσκολες μάχες!  Πώς να μην έχει τον σεβασμό μας; Και τις τρεις νίκησε! Αλλά τον σεβασμό μας τον είχε και τον έχει κερδίσει ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της οποιας μάχης...

 

Ναι. Θα μπορούσε να λέγεται...

 

Ο Γενναίος.

 

Αλλά κι όμως...

 

έχει άλλη ονομασία.

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πρώτος Σκηνοθέτης-Σαμουράι.

 

Που στα γραπτά, καθόταν στο πρώτο θρανίο της πρώτης σειράς, δίπλα στο πρώτο παράθυρο, και πολύ πιθανό να ήταν και ο πρώτος που μπήκε στην αίθουσα όπως και ο πρώτος που βγήκε από αυτήν.

 

Αυτός είναι.

 

Που στα προφορικά, χωρίς καν να προλάβει, καλά καλά, να το σκεφτεί, χωρίς να χρειαστεί να το αποφασίσει, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, πήγε πάλι, πρώτος πρώτος, πριν από όλους, μόνος του, ολομόναχος, στη μάχη.

 

Αυτός είναι.

 

Που όταν τον δεις μπορεί να μην καταλάβεις την ιδιότητα του ως Σαμουράι, είναι απλός και διακριτικός, αλλά θα αισθανθείς σίγουρα την ιδιότητά του ως Σκηνοθέτη, αυτή δεν μπορεί να κρυφτεί με τίποτα, όσο κι αν ο ίδιος θα το ήθελε ή δεν θα το ήθελε.

 

Είναι γεγονός ανεξάρτητο από τη θέληση του.

 

Είναι η φύση του τέτοια.

 

Ακτινοβολεί

το ότι είναι σκηνοθέτης.

 

Του το είπε και η γυναίκα που φώναζε τα ονόματά μας ανάμεσα στις δύο αναμετρήσεις-εξετάσεις-μάχες μας.

 

«Μοιάζεις με σκηνοθέτη! Σε κατάλαβα αμέσως... πως... είσαι... σκηνοθέτης.»

 

Του το είπε και η γυναίκα Σαμουράι που καθόταν στο τελευταίο θρανίο της πρώτης σειράς. Πως όταν τον είδε σκέφτηκε ακριβώς το ίδιο.

 

«Αυτός είναι σίγουρα σκηνοθέτης!»

 

Δεν του το είπα κι εγώ.

Αλλά το σκέφτηκα κι εγώ.

 

Όταν τον πρωτοείδα στην αίθουσα...

 

Και, φυσικά, ο πρώτος Σαμουράι ήταν κι ο πρώτος που είδα, που έπεσε το βλέμμα μου όταν μπήκα στην αίθουσα.

 

Και η πρώτη μου σκέψη, πριν καν στρίψω το βλέμμα για να δω την επιτηρήτρια και να το επιβεβαιώσω, πριν δω την υπόλοιπη αίθουσα, την υπόλοιπη Ομάδα...

 

(Γιατί οι πρώτοι έχουν αυτήν την τάση, να προσκαλούν τα πρώτα βλέμματα και να προκαλούν τα πρώτα συναισθήματα, ερωτήματα, αισθήματα.)

 

η πρώτη μου σκέψη;

 

«Πόσο μοιάζει με σκηνοθέτη! Είμαι σίγουρα στο σωστό μέρος. Εδώ είναι η μάχη μας!»

 

Τι κάνει, λοιπόν, έναν Άνθρωπο να φαίνεται, να είναι ολοφάνερο, πως είναι σκηνοθέτης;

 

Έχει να κάνει με μια εικόνα «σκηνοθέτη» που έχει διαμορφωθεί στο μυαλό μας;

Έχει να κάνει με την εμφάνιση; Με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά;

 

Σας βεβαιώνω.

 

Σε σχέση με τον Πρώτο Σαμουράι...

 

δεν είναι η εμφάνιση.

 

Μπορεί να είναι και η εμφάνιση... ποιος ξέρει...

 

Αλλά δεν είναι μόνο αυτή ή κυρίως αυτή.

 

Δεν είναι το ύψος, το βάρος, το χρώμα μαλλιών ή ματιών.

 

Δεν είναι το σώμα.

Είναι ο τρόπος που κινείται το σώμα.

Δεν είναι το πρόσωπο.

Είναι η έκφραση του προσώπου.

 

Δεν είναι το «έξω».

Είναι το «μέσα».

 

Η ουσία.

 

Η ουσία του.

 

Αυτό που είναι μέσα του και που εκπέμπεται και έξω του.

 

Μοιάζει σκηνοθέτης

γιατί

είναι σκηνοθέτης.

 

Και όταν τον είδα...

όταν τον πρωτοείδα...

μου θύμισε τους φίλους μου...

τους σκηνοθέτες φίλους μου...

πριν 22 χρόνια...

Ήταν πολύ καλοί μου φίλοι...

Ήταν η παρέα μου.

 

Και ενώ ήταν τόσο διαφορετικοί εξωτερικά

η ουσία τους ήταν κοινή.

Κι έμοιαζαν κι εκείνοι... σκηνοθέτες... γιατί ήταν... σκηνοθέτες... ο καθένας με τη διαφορετική ματιά του.

 

Και μοιάζει

κινηματογραφικός

ή τηλεοπτικός σκηνοθέτης.

 

Σκηνοθέτης που η κάμερα είναι προέκταση του χεριού του

όπως ακριβώς το κατάνα είναι προέκταση του χεριού του Σαμουράι.

 

Φαίνεται πως έχει κινηματογραφική, καλλιτεχνική, φωτογραφική μάτια.

 

Ίσως για αυτό τον συμπάθησα αμέσως! Ίσως για αυτό τον ένιωσα κοντά μου, τον ένιωσα  Φίλο μου. Μου θύμισε τόσο πολύ τους φίλους μου! Μπορεί να είναι παρελθοντικοί μα τους νιώθω ακόμα μαζί μου σε κάθε κινηματογραφικό μου βήμα!

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πρώτος Σαμουράι.

 

Ο Φύλακας.

 

Αυτός είναι ο τίτλος του.

 

Φυλάει...

 

Χώρους... Τοποθεσίες...

 

Φροντίζει...

 

Ανθρώπους... Φιλίες...

 

Στην αίθουσα ακόμα κι όταν δεν με κοίταζε ή δεν μας κοίταζε είχα την αίσθηση πως μας νιώθει όλους.

 

Δεν μπορώ να το εξηγήσω.

 

Καμία φορά, οι πρώτοι, οι μπροστά μπροστά,

έχουν την αίσθηση της φροντίδας όλης της Ομάδας.

 

Ήταν αυτός που όταν βγήκαμε από το πρώτο μέρος της μάχης έβγαλε χαρτί-χάρτη να σημειώσει "Τι βιώσαμε μόλις τώρα;". Ο μόνος που σημείωσε εκείνη την ώρα (και ακόμα δεν του ζήτησα αυτές τις σημειώσεις που τις θέλω κι εγώ...) και που μας έβαλε σε διαδικασία-δοκιμασία να θυμηθούμε τι ρωτηθήκαμε... Γιατί ξέρει... πως μέσα από όσα βιώνουμε γινόμαστε καλύτεροι στις μάχες μας. Μας ένωσε γύρω του προσπαθώντας όλοι μαζί να θυμηθούμε... κάθε βήμα του πρώτου μας αγώνα.

 

Ανάμεσα, λοιπόν, στους δύο αγώνες μας, στον πρώτο και στον δεύτερο, στον πάγκο της αναμονής, σε μια τεράστια αλάνα-αυλή, καθόμουν δίπλα του, στα αριστερά του Πρώτου Σαμουράι και στα δεξιά του ήταν ο Πέμπτος Σαμουράι.

 

Και μου έκανε μία απλή ερώτηση.

 

«Πώς και το αποφάσισες;»

 

Κάνεις δεν με είχε ρωτήσει αυτό.

 

«Μετά από τόσα χρόνια, πώς και το αποφάσισες να είσαι μαζί μας;»

 

Ξαναρώτησε.

 

Και αναρωτήθηκα μέσα μου

 

«Πώς απαντάνε σε αυτήν την ερώτηση;»

 

Να πω τη σύντομη ή τη μη σύντομη εκδοχή;

 

Και, τελικά, είπα τη σύντομη. Δυο-τρεις φράσεις μόνο. Μα δεν χρειάστηκε να πω πολλά. Δεν χρειάστηκε να πω σχεδόν τίποτα. Γιατί, ανάμεσα στις φράσεις μου, στην παύση μου...

 

μου είπε κάτι που δεν μου το έχει πει ποτέ κανείς...

 

«Respect»

 

μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια.

 

Και δεν του έφτανε να το πει μία φορά μόνο. Tο επανέλαβε για να είναι σίγουρος πως θα το ακούσω και, κυρίως, πως θα το νιώσω...

 

«Απλά... Respect

 

Κι εγώ;

 

Εγώ που πάντα ενθαρρύνω και υποστηρίζω άλλους Ανθρώπους....

 

πρώτη φορά, από άγνωστο, το αισθάνθηκα από την άλλη μεριά,

 

στον τόπο της μάχης,

 

πώς είναι! Να είναι κάποιος μαζί σου,

 

Φίλος,

 

κάποιος να σε σέβεται πριν καν σε γνωρίσει,

 

χωρίς να χρειαστεί να «κερδίσεις» το σεβασμό.

 

Αυτό που προσφέρω.

 

Κατανόηση από την αρχή.

 

Σεβασμό από την αρχή.

 

Αυτό μου επιστράφηκε.

 

Μετά από τόση υποτίμηση ζωής...

 

Και πού να το ήξερε...

 

πως μόλις πριν...

 

έκλαιγα με λυγμούς...

 

λίγο πιο πέρα...

 

στην γωνίτσα μου...

 

στην αυλίτσα που ανακάλυψα πίσω από την αυλή...

 

Πού να το ήξερε!

 

Πόσο με συγκίνησε.

 

Μία του λέξη.

 

Γιατί οι Πρώτοι...

μπορούν να σε κάνουν να νιώσεις...

 

τα Πρωταρχικά και τα Πρωτόγνωρα και τα Πρωτότυπα...

 

Κάνεις πότε δεν μου είπε «Respect» με αυτόν τον τρόπο...

 

Και μάλιστα ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα για την προσπάθειά μου!

 

Γιατί οι Πρώτοι;

 

Εκτιμούν τις προσπάθειες.

 

Αυτός είναι ο Πρώτος Σκηνοθέτης-Σαμουράι.

 

Ο Φύλακας.

 

Που όταν βγήκε, πρώτος πρώτος, από τα προφορικοπρακτικά μας και μαζευτήκαμε γύρω του και μας είπε για το ότι ρωτήθηκε για τη λογοτεχνία και το θέατρο σκέφτηκα... πέρα του ότι σκέφτηκα πως αυτή θα ήταν ιδανική ερώτηση για εμένα και τον Πέμπτο Σαμουράι που ασχολούμαστε με Θέατρο... σκέφτηκα... πως είναι σαν ήρωας λογοτεχνίας και σαν χαρακτήρας θεατρικός και όταν μας είπε για το ότι ρωτήθηκε και για τις κάμερες και τα πλάνα... σκέφτηκα πως είναι αυτός που είναι ικανός να πραγματοποιήσει τα πλάνα της ζωής του και να γυρίσει με την κάμερα της γενναίας ψυχής του την πιο ισχυρή ταινία.

 

Είναι αυτός που επιλέγει να σου πει λίγα μα τα πιο ουσιαστικά.

 

Τι να προσέξεις.

 

Τι να φροντίσεις.

 

Κι όπως ήρθε, πρώτος πρώτος,

έτσι κι έφυγε, πρώτος πρώτος.

 

Κατέβηκε τα σκαλιά αφού πια γνώριζε πως ο ρόλος του Φύλακα είχε τελειώσει, δεν είχε κάτι άλλο να μας προσφέρει σήμερα...

 

Μας είχε φροντίσει...

 

Έστριψε...

 

Κι έκανε μια κίνηση προς εμάς με το χέρι του σαν να βγάζει ένα αόρατο καπέλο και μια μικρή υπόκλιση.

 

Και έφυγε...

 

Όχι για πάντα...

 

Για τώρα.






Η Αμυγδαλωτή

 



Η Αμυγδαλωτή

 

Την πρωτογνώρισα πριν πολλά πολλά χρόνια... πάνω από δέκα... έντεκα... δώδεκα... δεκατρία; Έχασα το μέτρημα... μπορεί και δεκατέσσερα ή δεκαπέντε! Και είχα να τη δω πολύ καιρό... Πού και πού, τη συναντούσα τυχαία... αλλά έτσι; Ήσυχα... με τον καφέ μας και την μπύρα μας, γιατί εκείνη πήρε μπύρα κι εγώ καφέ, έτσι... απλά... μπορεί και να μην είχαμε ξανασυναντηθεί πότε οι δυο μας...

 

Καθόταν απέναντι μου. Μου έλεγε τα νέα της... και την άκουγα με συγκίνηση...

 

Αυτή η δεκαετία από τα 20 στα 30, από τα 25 στα 35, από τα 28 στα 38 είναι... κρίσιμη, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω. Αλλάζεις πολύ... όταν αυτό το δύο μπροστά πηγαίνει προς το τρία...

 

Σαν να τη γνώρισα κορίτσι και τώρα να είχα απέναντί μου μια γυναίκα πανέξυπνη, πανέμορφη, που πατάει γερά στα πόδια της.

 

Δυναμική.

Πάντα ήταν δυναμική.

Δυνατή.

Πάντα φαινόταν δυνατή.

 

Χάρηκα με την εξέλιξη της

και θαύμασα τα βήματά της.

 

Τα μαλλιά της έπεφταν μακριά και κυματιστά στους ώμους της, σχεδόν μπουκλωτά, γύρω από το λαμπερό πρόσωπό της και τα ανοιχτόχρωμα μάτια της γεμάτα όνειρα κι ελπίδα...

 

Τι ωραία!

Που τα καταφέραμε να βρεθούμε στο κέντρο της Αθήνας!

Έστω και για λίγο!

Έστω και για τόσο!

 

Έβγαλε ένα κουτί με γλυκά!

Το άνοιξε και με κέρασε...

 

Εργολάβος.

Αμυγδαλωτό.

 

Πόσο ταιριαστό γλυκό σε εκείνη.

 

Που πάντα αν της έδινες ένα έργο να αναλάβει, το αποτέλεσμα θα ήταν το καλύτερο δυνατό...

 

Οργανωμένη. Υπεύθυνη. Ταλαντούχα.

Με πολλές ιδέες.

 

Και τόσο ώριμη και τότε μα και τώρα για την ηλικία της.

 

Σε έργο, εξάλλου, τη γνώρισα.

 

Στο δικό μας κοινό έργο.

 

Σε μια παράσταση...

που μας σημάδεψε όλους μας.

 

Σε μια ξεχωριστή εμπειρία...

που άλλαξε όλη την Ομάδα.

 

Αμυγδαλωτό.

 

Πήρα το γλυκό και δεν το άνοιξα μπροστά της... το στριφογύριζα στα χέρια μου... ακούγοντάς την...

 

«Είχα γενέθλια πριν λίγες μέρες...»

 

μου είπε.

 

Δεν το ήξερα...

 

Μου ταίριαζε τόσο πολύ για να είναι πλάσμα του Σεπτεμβρίου...

 

Την κοίταξα σαν να την ρωτάω την ημερομηνία...

 

Και μου απάντησε...

 

«Προχθές...»

 

Σημείωσα στο μυαλό μου την ημερομηνία, να τη θυμάμαι.

 

Μιλούσαμε ασταμάτητα.

 

Μια εκείνη, μια εγώ.

Μια εγώ, μια εκείνη.

 

Για σχέσεις, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ μέχρι τώρα, για σχέσεις, για δουλειές, και για δουλειές λίγο είχαμε μιλήσει, για ταξίδια, για διαδρομές...

 

Δεν ήμασταν δασκάλα και μαθήτρια πια...

Δεν ήμασταν σκηνοθέτρια και ηθοποιός πια...

(βέβαια ούτε τότε δεν ένιωθα έτσι προς τους μαθητές και τις μαθήτριές μου...)

 

Ήμασταν... γυναίκα προς γυναίκα.

 

Αμυγδαλωτό.

 

Το αμύγδαλο είναι καρπός της αμυγδαλιάς...

 

Κι έτσι όπως την κοίταζα,

 

μου ήρθε στο μυαλό

 

μια ανθισμένη αμυγδαλιά...

 

στο χρώμα των ματιών της...

 

που ανθίζει...

 

πρώτη πρώτη...

 

μέσα στην καρδιά του χειμώνα...

 

Ψηλώνει...

 

Γεμίζει καρπούς και αμύγδαλα...

 

Τα αμύγδαλα, λένε, πως έχουν δύο εκδοχές:

 

Την πικρή και την γλυκιά.

 

Ανάλογα με την ποικιλία του δέντρου.

 

Αλλά αυτή;

 

Αυτή η γυναίκα-αμυγδαλιά;

 

Είναι η μόνη αμυγδαλιά στο κόσμο που έχει αμύγδαλα και πικρά και γλυκά!

 

Τόση ποικιλία έχει η ύπαρξη της...

 

Γνωρίζει πως η φύση, η φύση της, τα έχει και τα δύο... τα ενώνει... τα μεταμορφώνει...

 

Η ζωή είναι γλυκόπικρη...

 

Και τώρα ήταν στο σημείο που οι πικρές πέρασαν και βρισκόταν στη γλυκάδα των στιγμών!

 

Οι Άνθρωποι που ενώνουν τα πίκρα με τα γλυκά δεν είναι υποχρεωτικά γλυκόπικροι...

 

Έπεσε το βλέμμα μου ξανά στο τυλιγμένο αμυγδαλωτό μου...

 

Αυτό το αμύγδαλο

στο αμυγδαλωτό μου...

είναι η ζωή μας...

 

 Ή μήπως είναι η υγεία...

που έχουμε ή δεν έχουμε μα την αναζητάμε...

 

Αυτό το αμύγδαλο στο κέντρο...

που νομίζω σε άλλα αμυγδαλωτά υπάρχει και σε άλλα όχι...

 

Και αυτή η απαλότητα της κρέμας που φαίνεται πριν καν τη γευτείς...

είναι η ελπίδα...

 

Και αυτό το τραγανιστό που αισθάνομαι στα χέρια μου...

είναι η ουσία...

 

Η ψίχα δεν είναι ψίχουλα... είναι ψυχούλα.

Εξάλλου, και τα ψίχουλα δεν είναι ψίχουλα... μπορεί να είναι η βάση για κάτι... που δεν έχει έρθει ακόμα ή φτιαχτεί...

 

Σηκωθήκαμε.

Αγκαλιαστήκαμε.

Χωριστήκαμε.

 

Και γυρνώντας, περπατώντας στην Πατησίων,

έφαγα αργά, όσο πιο αργά γίνεται,

το γλυκό των γενεθλίων της...

 

Αμυγδαλωτό.

 

Τόσο νόστιμο!

 

Τόσο φρέσκο!

 

Έχει τη φρεσκάδα της!

 

Αμυγδαλωτή.

Έτσι θα την λέω από εδώ και πέρα...

 

Αμυγδαλωτή...

Που έχει μέσα της κι όλα τα γράμματα της αμυγδαλής...

 

Στο κέντρο της πόλης,

τρώγοντας το αμύγδαλο

στο κέντρο ενός γλυκού,

σκέφτηκα το κέντρο των συναισθημάτων...

 

Αυτό είναι!

 

Αυτό το αμύγδαλο στο κέντρο του γλυκού μου! Του γλυκού της! Το κέντρο των συναισθημάτων!

 

Έτσι θα τη φωνάζω.

 

(Όχι αμυγδαλή μα...)

 

Αμυγδαλωτή.





9/21/26

Ο Πέμπτος Σαμουράι

 


Ο Πέμπτος Σαμουράι

 

«Πιστεύεις περάσαμε;»

 

τον ρώτησα με απόγνωση,

 

εξαντλημένη από τη σημερινή ημέρα.

 

«Το ρωτάς;»

 

μου απάντησε με Αγάπη

 

και με αγκάλιασε.

 

Μπορούν δύο άγνωστοι να αγκαλιαστούν με Αγάπη;

 

Μπορούν.

 

Τον αγκάλιασα κι εγώ.

 

Κι αυτή η σύντομη, φευγαλέα, γεμάτη δύναμη,

αγκαλιά ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν.

 

Γιατί;

 

Γιατί είχε Αλήθεια μέσα της.

 

Και πού να το ήξερε...

πως αυτές τις μέρες μοιράζομαι με όλο τον κόσμο τα κείμενα που έχω γράψει σε ένα από τα τετράδιά μου σε σχέση με τις αγκαλιές της ζωής μου...

 

Πού να το γνώριζε!

Ότι μόλις έγινε κι εκείνος μία από αυτές τις αγκαλιές...

 

Αφήσαμε την αγκάλια μας, κοιταχτήκαμε, και, έτσι απλά, οι δρόμοι μας χωρίστηκαν...

 

Όχι για πάντα.

Το ξέρουμε.

Το νιώθουμε.

Για τώρα.

 

Τον είδα να απομακρύνεται.

 

Να χάνεται στον έξω κόσμο...

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πέμπτος Σαμουράι.

 

Ο Σοφός.

 

Ακτινοβολεί γνώση και σοφία

και καλλιτεχνική ευαισθησία.

 

Αυτός.

 

Που στα γραπτά, στο θεωρητικό κομμάτι, καθόταν πλάτη στο πρώτο θρανίο της δεύτερης σειράς...

 

Με τα κυματιστά μαλλιά του που κάποιοι άνθρωποι μπορεί να τα έλεγαν γκρίζα μα η αλήθεια είναι πως είναι ασημένια. Δεν το βλέπουν μόνο τα δικά μου μάτια. Είναι ασημένια...

 

Με την ώριμη φωνή του... που την άκουσα όταν πρωτομπήκα στην αίθουσα των εξετάσεων... να μιλάει για Θέατρο...

 

Ε, βέβαια... Ε, βέβαια!

 

Δεν υπήρχε περίπτωση αυτός ο συγκεκριμένος Άνθρωπος να μην ασχολείται με το Θέατρο!

 

Έλεγε ονόματα που γνώριζα... Περιέγραφε εμπειρίες που τις ένιωθα οικείες...

 

Είχα μείνει σιωπηλή και τον άκουγα... προσπαθούσα να τον ακούσω από το τρίτο θρανίο μου... έχανα λέξεις... μα δεν είχε σημασία... καταλάβαινα την ουσία... ένιωθα το  συναίσθημα...

 

Αυτός.

 

Που στα προφορικά, στο πρακτικό κομμάτι, ήμασταν μαζί... και δεν το περιμέναμε να είμαστε μαζί... γιατί ο πρώτος Σκηνοθέτης-Σαμουράι είχε μπει στη μάχη, γενναίος, πρώτος πρώτος, μόνος του. Κι έτσι νομίζαμε πως θα πάμε στη μάχη ένας ένας... καθένας μόνος του, στη δική του μάχη...

 

Κι εγώ θα ήθελα να έχω πάει, πρώτη πρώτη! Παλιά πήγαινα τελευταία στη μάχη! Τώρα επιλέγω να είμαι πρώτη! Μπροστά μπροστά! Αλλά με πρόλαβε ο πρώτος Σαμουράι! Κι έτσι σκέφτηκα να πάω δεύτερη! Αλλά και πάλι με πρόλαβε ο πέμπτος Σαμουράι, αυτή τη φορά! Προφανώς, οι ρυθμοί μου είχαν γίνει αργοί μετά από τόση κούραση! Προτείνε να πάει θαρραλέα δεύτερος και, φυσικά, συμφωνήσαμε όλοι...

 

και, αμέσως, είπα κι εγώ στους άλλους πως θέλω να πάω τρίτη... για μια στιγμή, σκέφτηκα να πήγαινα τέταρτη που είναι ο αγαπημένος μου αριθμός... αλλά συμφώνησαν όλοι να είμαι τρίτη... οπότε δεν το ξανασκέφτηκα...

 

Καθίσαμε στο ίδιο θρανίο, ο Πέμπτος Σαμουράι κι εγώ.

 

Χωρίς καρέκλες... πάνω στο θρανίο... έξω από την πόρτα της αίθουσας των εξετάσεων...

 

«Θέλω να ξεμπερδεύω...»

μου είπε και για μια στιγμή νόμισα πως το είπα εγώ αφού αυτό ακριβώς σκεφτόμουν!

 

«Κι εγώ το ίδιο...»

απάντησα.

 

Έτσι είναι... με κάποιες μάχες... θέλεις να ξεμπερδεύεις! Είχαμε κουραστεί τόσο πολύ! Στη ζέστη! Στις συνθήκες μας!

 

Οι ώρες έμοιαζαν αγώνας.

Ο χρόνος φάνηκε αιώνας.

 

Άνοιξε η πόρτα.

 

Βγήκε ο πρώτος Σαμουράι.

 

Μαζευτήκαμε γύρω του σαν να είμαστε χρόνια μαζί μια δεμένη Ομάδα. (Αν μας έβλεπε κάποιος αποκλείεται να καταλάβαινε πως μόλις γνωριστήκαμε, πριν λίγες ώρες...). Θέλαμε να  ακούσουμε τι έχει να μας πει. Τον ρωτούσαμε σχεδόν όλοι μαζί, ταυτόχρονα...

 

Άνοιξε η πόρτα.

Ξανά.

 

Ήταν η ώρα του Πέμπτου Σαμουράι.

 

Μα η πόρτα έμεινε ανοιχτή για να πάει κι άλλος στη μάχη.

 

Έτσι μας ζητήθηκε.

 

Στριφογύρισα στα χέρια μου το χρυσό στυλό-κατάνα μου. Το έκρυψα. Είχα μια αίσθηση πως εδώ δεν θα το χρειαζόμουν.

 

Μπήκαμε, λοιπόν, μαζί.

 

Εκείνος λίγο πριν από εμένα,

έμεινα λίγο πιο πίσω προσπαθώντας να τακτοποιήσω όσα κουβαλούσα μαζί μου...

 

Πήγαμε.

 

Μαζί.

 

Στο πεδίο μάχης.

 

Μα φαινόταν αρκετά ειρηνικό το πλαίσιο.

 

Και το βιώσαμε.

 

Μαζί.

 

Να ζωγραφίζουμε κάμερες σε έναν πράσινο πίνακα με μια λευκή κιμωλία.

Να απαντάμε σε κοινές ερωτήσεις...

για τον άξονα...

(ένιωθα να χάνω τον δικό μου άξονα!)

για τις τοποθεσίες...

(ένιωθα να χάνω τον δικό μου χώροχρόνο!)...

 

Και όταν βγήκαμε από την αίθουσα...

 

Πάλι μαζεύτηκαν όλοι οι Σαμουράι γύρω μας... να μας ρωτήσουν τι μας ρώτησαν... τι μας είπαν... τι έγινε... τι συνέβηκε... Έλειπε μόνο ο πρώτος Σαμουράι που είχε δώσει ήδη τη μάχη του... όλοι οι άλλοι; Ήταν εκεί. Μαζεμένοι. Αγχωμένοι. Ενωμένοι.

 

Και ξέρετε;

 

Ξέρετε τι απάντησε ο Πέμπτος Σαμουράι...;

 

Τι είπε σε όλους;!

 

Σε όλη την Ομάδα μας!

 

«Την Αλήθεια σας.

Μπείτε στην αίθουσα με την Αλήθεια σας.»

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πέμπτος Σκηνοθέτης-Σαμουράι.

 

Σε μια εποχή βαθιά υποκριτική...

 

Υπερασπιστής της Αλήθειας!

 

Την Αλήθεια σας...

 

Για αυτό με άγγιξε η Αγκαλιά του.

 

Ακριβώς για αυτό.

 

Ήταν αυθόρμητη και Αληθινή.

 

Όταν μπήκα στην αίθουσα πριν, αμέσως μετά από αυτόν, και ήταν απέναντι μας οι τρεις τους και μου είπαν να κάτσω όπου θέλω... σε όποιο θρανίο θέλω... σε όποια καρέκλα θέλω...

 

Εκείνος είχε ήδη κάτσει... και μου είπε...

 

Να κάτσω δίπλα του...

 

Να δώσουμε μαζί τη μάχη!

 

Όχι μακριά του.

 

Έξω από την αίθουσα

καθόμασταν μαζί στο ίδιο θρανίο.

Στην αναμονή.

 

Μέσα στην αίθουσα

καθόμασταν μαζί στο ίδιο θρανίο.

Στην εξέταση.

 

Δίπλα δίπλα.

Μαζί.

Στην μάχη.

 

Διαφορετικοί Άνθρωποι.

Σε ίδια θρανία.

Σε κοινά σημεία.

 

Γιατί υπάρχει κοινό σημείο...

 

Ποιο είναι το κοινό σημείο μας;

 

Πέρα από το ότι θέλαμε να ξεμπερδεύουμε και οι δύο... θέλαμε να τελειώσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται... είχαμε κουραστεί τόσο πολύ! Τόσες ώρες! Τόση εξάντληση!

 

Πέρα από το Θέατρο, την Τέχνη μας... κι ας είναι διαφορετική η σχέση με την Τέχνη για  καθέναν μας...

 

Πέρα από την Αλήθεια και την Αγάπη μας για την Αλήθεια...

 

Το κοινό μας σημείο;

 

Η Αγκαλιά.

 

Αυτή η Αγκαλιά του τέλους.

 

Αγκαλιάσαμε έναν άγνωστο σαν να ήταν γνωστός...

 

Η Αληθινή Αγκαλιά...

 

«Πιστεύεις περάσαμε;»

 

«Το ρωτάς;»

 

Κι έτσι απλά εξαφανίζεται το συναίσθημα της απόγνωσης... και γίνεται λύτρωση γνώσης...

 

Σε δύο φράσεις

κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία...

 

Με δύο φράσεις

φτιάχνεται μια ολόκληρη ιστορία...

 

Η δική μας.

 

Είδα τον Πέμπτο Σαμουράι να απομακρύνεται και να πηγαίνει στον δικό του μοναδικό δρόμο ζωής.

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πέμπτος Σκηνοθέτης-Σαμουράι.

 

Ο Σοφός.

 

Ακτινοβολεί γνώση και σοφία

και καλλιτεχνική ευαισθησία.

 

Χωρίστηκαμε.

 

Για τώρα.

 

Όχι για πάντα.

 

Γιατί

 

οι Σκηνοθέτες έχουν αυτήν την ιδιότητα.

Ό,τι δεν συμβαίνει; Το δημιουργούν.

 

Γιατί

 

οι Σαμουράι έχουν αυτήν την ιδιότητα.

Πάντα βρίσκουν τρόπο να ξανασυναντηθούν...

 

...