9/25/26

Πήγα να τον δω...

 

(Στις σκορπιες σημειώσεις ζωής των προηγούμενων ημερών...

"Χάλασε ο εκτυπωτής και δεν πρόλαβα, δεν μπόρεσα να του δώσω το κείμενό μου.

Ξαναμπήκε στο νοσοκομείο και δεν ξέρω αν και πότε θα τον δω ξανά.")

...


 

Πήγα να τον δω

 

Πήγα στο νοσοκομείο.

Για να τον δω.

 

Είχα το χαρτάκι μου στα χέρια μου με όλες τις πληροφορίες:

 

Ποιο νοσοκομείο.

Ποια κλινική.

Ποιος όροφος.

 

Και το όνομά του.

 

Πρώτη φορά, είδα όλο το όνομά του.

 

Πήρα τηλέφωνο για να μάθω τις ώρες επίσκεψης.

 

Και τώρα ήμουν εδώ.

 

Ρώτησα πού θα τον βρω.

 

Τον είχαν σε φορείο. Έτσι είπαν.

 

«14»

 

Έτσι μου είπαν.

 

Δεν κατάλαβα τι ήταν το «14».

 

Αριθμός δωματίου ή αριθμός φορείου;

 

Αριθμός Ανθρώπου αποκλείεται.

 

Δεν είμαστε αριθμοί.

 

Μήπως εννοούσαν να έχω τα μάτια μου «14»;

 

Τον βρήκα!

 

Χωρίς να δω τους αριθμούς!

Δεν χρειάστηκε!

Ένιωσα τους Ανθρώπους!

 

Όπως περπατούσα στον διάδρομο!

 

Απλά τον είδα!

 

Δεν περίμενε να με δει!

 

Δεν του το είχα πει πως θα έρθω!

 

«Πώς με βρήκες;» με ρώτησε.

 

«Ρώτησα τον φίλο σας...»

απάντησα.

 

Χάρηκε πολύ που με είδε μα, ταυτόχρονα, νομίζω πως δεν ήθελε να μείνω πολύ... Ίσως δεν ήθελε να τον βλέπω σε αυτήν την κατάσταση... Δεν ξέρω... Του είπα να μείνω. Μου είπε να φύγω. Νομίζω δεν ήθελε να με «επιβαρύνει» και δεν ήθελα να τον πιέσω για τίποτα. Του άφησα το τηλέφωνό μου. Με τη βοήθεια του διπλανού κυρίου που φρόντιζε τον δικό του φίλο στο διπλανό φορείο, αποθηκεύσαμε τον αριθμό μου στο κινητό του και έκανα αναπάντητη κλήση στο δικό μου κινητό για να έχω κι εγώ τον αριθμό του, όλα αυτά εννοείται αφού τον ρώτησα αν θέλει και αφού πήρα την άδειά του.

 

«Μπορείτε να με πάρετε τηλέφωνο, όποτε θέλετε, ό,τι κι αν χρειαστείτε, μη διστάσετε. Μας λείψατε. Ομορφαίνετε την ημέρα μας. Σας Αγαπώ! Σας Αγαπάμε!»

 

Κι ένιωσα... με αυτήν την αυθόρμητη εκδήλωση Αγάπης... να συγκινήθηκε όχι μόνο εκείνος μα όλα τα πρόσωπα γύρω μας... Ανταλλάξαμε μερικά νέα... και μετά... είπα κάτι ακόμα...

 

«Έχω κάτι για εσάς. Έχω ένα κείμενο που έγραψα πριν αρκετούς μήνες και είστε και εσείς μέσα σε αυτό...»

 

«Η Μαριλού είναι συγγραφέας!» είπε δυνατά, σχεδόν με περηφάνια!, για να τον ακούσουν όλοι στο δωμάτιο και γέλασαν όλοι ανάμεσα σε σωληνάκια, ορούς, μάσκες, εξωτερικά φορεία και εσωτερικά φορτία...

 

Γέλασα κι εγώ.

 

Κανείς ποτέ δεν με έχει πει «συγγραφέα»...

 

«Θα μου το δώσεις αύριο που θα έρθω.»

 

«Θα σας το δώσω αύριο...»

 

είπα

 

με τον φόβο... του αν θα τα καταφέρει να έρθει αύριο, του αν θα τον ξαναδώ... Το αύριο είναι αύριο... Δεν ήταν, όμως, σε θέση να καθίσει ή να διαβάσει, αυτή τη στιγμή... Δεν είχε νόημα να του το αφήσω... Ήταν ξαπλωμένος... Χαμογελαστός, όπως πάντα... και δυνατός παρά την όποια εξάντλησή του... μα ξαπλωμένος... δεν γινόταν να σηκωθεί... ούτε λίγο...

 

«Είναι μια στιγμή, μια στιγμή σας, που Αγαπάω πάρα πολύ σε αυτό το κείμενο... Είστε μαζί με την παρέα σας... Δεν έτυχε να σας το δώσω... αλλά ήθελα να σας το δώσω... πολύ...»

 

«Αὐριο...»

 

είπε και το επανέλαβα κι εγώ...

 

«Αύριο...»

 

Αυτό είναι το σημείο που όταν το βλέπω σε ταινίες σκέφτομαι

 

«Μα γιατί το άφησαν για αύριο; Αφού μετά πάντα συμβαίνει κάτι κακό και δεν γίνεται!»

 

Ναι, ναι... στις ταινίες όποτε αφήσουν κάτι όμορφο για μετά απλά δεν γίνεται ποτέ.

 

Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή... Να αφήσω ένα κείμενο να τριγυρνάει μέσα σε ένα νοσοκομείο... χωρίς κανέναν λόγο και αιτία... σε έναν Άνθρωπο που δεν θα μπορεί να το διαβάσει... και με ένα κυριολεκτικό χάος γύρω μας... Ο μόνος λόγος ήταν η δική μου ανάγκη... Χαιρετηθήκαμε...

 

Κατέβαινα την Αλεξάνδρας...

γνωρίζοντας

πως αυτό το «αύριο»

μπορεί να μην έρθει ποτέ, μπορεί να σημαίνει πως δεν θα λάβει το κείμενό μου ποτέ...

 

Σκέφτηκα μήπως να γυρίσω πίσω στο νοσοκομείο απλά να του διαβάσω εγώ το κείμενο! Αλλά γινόταν χαμός... πηγαινοερχόντουσαν... γιατροί, νοσοκομές... κι εκείνος δεν ήταν κάπου ήσυχα... ήταν δίπλα στην πόρτα μέσα σε διάδρομο-πέρασμα... Μες στη μέση... Κάπου στο πλάι... αφημένος... Με το φορείο του και το φορτίο του...

 

Ήξερα πως παίρνω συνειδητά την επιλογή... πως μπορεί να μη διαβαστεί ποτέ από εκείνον...

 

Δεν πειράζει... μού είπα...

 

Τον είδα σήμερα...

 

Με είδε σήμερα...

 

Αυτό αρκεί...

 

Δεν ζητάω τίποτα άλλο...

 

Δεν είναι το κείμενο, Μαριλού... Δεν πειράζει... Δεν είναι το κείμενο...

 

Ήρθε το αύριο...

Αλλά δεν ήρθε αυτός...

 

Αναπνοές.

Αναπνοές...

 

Το κείμενο στην τσάντα μου...

Σε έναν φάκελο...

Με αφιέρωση επάνω...

Και τη χθεσινή ημερομηνία...

του νοσοκομείου...

 

Ρώτησα τους φίλους του.

 

Φοβήθηκα για τα χειρότερα...

μα...

είναι στο νοσοκομείο ακόμα.

 

Θα βγει; Δεν θα βγει; Θα έρθει; Δεν θα έρθει;

Κανείς δεν ξέρει. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει...

 

Ήρθε το αύριο του «αύριο».

 

Ήρθε το σήμερα.

Ήρθε και αυτός.

 

Μου το είπε ο Φίλος του λίγο πιο πριν πως μάλλον θα έρθει... και του είπα πως θα κατέβω να τους δω...

 

Τους βρήκα όλους μαζί να κάθονται έξω... στον αέρα... στον ήλιο...

 

Κάθισα απέναντί του,

κάπου ανάμεσα σε όλη την παρέα.

 

«Διαβάζετε;» τον ρώτησα.

 

Ξέρω... ίσως να ήταν γελοία ερώτηση... μα δεν ήξερα πώς νιώθει...

 

αν είναι σε κατάσταση να διαβάζει... αν τον κουράζει... αν κάτι...

 

«Διαβάζω...» μου είπε.

 

Ήταν πολύ καλύτερα από όπως τον είδα στο νοσοκομείο.

 

Το χρώμα του.

Το βλέμμα του.

 

Θα τον κρατούσαν και σήμερα.

Μα εκείνος ζήτησε να βγει.

 

Επαναστάτης!

 

Του έδωσα τον φάκελό μου.

Με την αφιέρωσή μου.

 

«Να το διαβάσετε... ήρεμα... στο σπίτι... όπου θέλετε... σε μια στιγμή ηρεμίας...»

 

Το κείμενό μου είναι πια στα χέρια του...

 

Ένα σπάνιο κείμενο.

 

Δεν το έχω μοιραστεί διαδικτυακά ή ηλεκτρονικά...

 

Όχι ακόμα...

 

Το έχουν μόνο κάποιοι Άνθρωποι στα χέρια τους... επειδή τους το έκανα Δώρο...

 

Χέρι με χέρι...

 

Και τώρα είναι και στα δικά του χέρια...

 

Ένα κομμάτι της καρδιάς μου μπήκε στην θέση του...

 

Νόμιζα πως αυτή τη στιγμή δεν θα τη ζήσω.

 

Ξέρω πως θα ξαναμπει στο νοσοκομείο.

Και μπορεί να ξαναπάω να τον δω.

 

Νιώθω πως ο χρόνος μετράει αντίστροφα για όλους μας.

 

Μα κι όμως...

είναι σαν να τον νικάμε...

με αυτές τις αιώνιες στιγμές σύνδεσης, Ανθρωπιάς και Αγάπης...

 

Κανένας μας δεν είναι μόνος.

 

Μου είπε ένας φίλος του... Δεν έχει οικογένεια!

Μα έχει οικογένεια!

Εμάς.

 

Οι καθημερινοί Άνθρωποι,

οι Άνθρωποι που βλέπω καθημερινά,

ήταν, είναι και θα είναι οικογένειά μου.

 

Φίλοι μου.

 

Η οικογένεια είναι ζήτημα... χεριών.

 

Είναι τα χέρια. (κυριολεκτικά ή μεταφορικά.)

Που δίνουν και δίνονται.

Που προσφέρουν.

Που αγκαλιάζουν.

Που φροντίζουν.

Που χαιρετάνε.

Τα χέρια βοήθειας...

 

Η οικογένεια είναι αίσθημα καρδιών.

 

Ο φάκελος δεν είναι πια στην τσάντα μου...

το κείμενό μου έφτασε στον προορισμό του...

 

Στα χέρια του. Στην καρδιά του.



9/23/26

O Πρώτος Σαμουράι

 



Ο Πρώτος Σαμουράι

 

«Respect»

 

μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια.

 

Εκείνος.

 

Που μόνο σεβασμό μπορείς να νιώσεις για αυτόν.

 

Σεβασμό και θαυμασμό.

 

Και δεν του έφτανε να το πει μία φορά μόνο. Tο επανέλαβε για να είναι σίγουρος πως θα το ακούσω και, κυρίως, πως θα το νιώσω...

 

«Απλά... Respect.»

 

Κι έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν να βγάζει ένα αόρατο καπέλο και μια μικρή υπόκλιση.

 

Γιατί οι Άνθρωποι που εκπέμπουν εκτίμηση και που μαζεύουν τον σεβασμό μας χωρίς καν να τον ζητήσουν δεν διστάζουν και να τον δείξουν στους άλλους...

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πρώτος Σαμουράι.

 

Που είναι σε όλα πρώτος...

στέκεται μπροστά μπροστά...

και ξεκινάει όλες τις δοκιμασίες...

χωρίς δισταγμό,

γενναία.

 

Και θα μπορούσε άνετα

να είναι αυτός ο τίτλος του:

 

Ο Γενναίος.

 

Γιατί αν κάτι είναι σίγουρο

 

είναι πως είναι γενναίος.

 

Είναι, έξαλλου, ο μόνος από εμάς που τρεις φορές έδωσε αυτήν την μάχη! Όχι μία! Όχι δύο! Μα τρεις! Τρεις διαφορετικές φορές σε τρεις παρόμοια δύσκολες μάχες!  Πώς να μην έχει τον σεβασμό μας; Και τις τρεις νίκησε! Αλλά τον σεβασμό μας τον είχε και τον έχει κερδίσει ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της οποιας μάχης...

 

Ναι. Θα μπορούσε να λέγεται...

 

Ο Γενναίος.

 

Αλλά κι όμως...

 

έχει άλλη ονομασία.

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πρώτος Σκηνοθέτης-Σαμουράι.

 

Που στα γραπτά, καθόταν στο πρώτο θρανίο της πρώτης σειράς, δίπλα στο πρώτο παράθυρο, και πολύ πιθανό να ήταν και ο πρώτος που μπήκε στην αίθουσα όπως και ο πρώτος που βγήκε από αυτήν.

 

Αυτός είναι.

 

Που στα προφορικά, χωρίς καν να προλάβει, καλά καλά, να το σκεφτεί, χωρίς να χρειαστεί να το αποφασίσει, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, πήγε πάλι, πρώτος πρώτος, πριν από όλους, μόνος του, ολομόναχος, στη μάχη.

 

Αυτός είναι.

 

Που όταν τον δεις μπορεί να μην καταλάβεις την ιδιότητα του ως Σαμουράι, είναι απλός και διακριτικός, αλλά θα αισθανθείς σίγουρα την ιδιότητά του ως Σκηνοθέτη, αυτή δεν μπορεί να κρυφτεί με τίποτα, όσο κι αν ο ίδιος θα το ήθελε ή δεν θα το ήθελε.

 

Είναι γεγονός ανεξάρτητο από τη θέληση του.

 

Είναι η φύση του τέτοια.

 

Ακτινοβολεί

το ότι είναι σκηνοθέτης.

 

Του το είπε και η γυναίκα που φώναζε τα ονόματά μας ανάμεσα στις δύο αναμετρήσεις-εξετάσεις-μάχες μας.

 

«Μοιάζεις με σκηνοθέτη! Σε κατάλαβα αμέσως... πως... είσαι... σκηνοθέτης.»

 

Του το είπε και η γυναίκα Σαμουράι που καθόταν στο τελευταίο θρανίο της πρώτης σειράς. Πως όταν τον είδε σκέφτηκε ακριβώς το ίδιο.

 

«Αυτός είναι σίγουρα σκηνοθέτης!»

 

Δεν του το είπα κι εγώ.

Αλλά το σκέφτηκα κι εγώ.

 

Όταν τον πρωτοείδα στην αίθουσα...

 

Και, φυσικά, ο πρώτος Σαμουράι ήταν κι ο πρώτος που είδα, που έπεσε το βλέμμα μου όταν μπήκα στην αίθουσα.

 

Και η πρώτη μου σκέψη, πριν καν στρίψω το βλέμμα για να δω την επιτηρήτρια και να το επιβεβαιώσω, πριν δω την υπόλοιπη αίθουσα, την υπόλοιπη Ομάδα...

 

(Γιατί οι πρώτοι έχουν αυτήν την τάση, να προσκαλούν τα πρώτα βλέμματα και να προκαλούν τα πρώτα συναισθήματα, ερωτήματα, αισθήματα.)

 

η πρώτη μου σκέψη;

 

«Πόσο μοιάζει με σκηνοθέτη! Είμαι σίγουρα στο σωστό μέρος. Εδώ είναι η μάχη μας!»

 

Τι κάνει, λοιπόν, έναν Άνθρωπο να φαίνεται, να είναι ολοφάνερο, πως είναι σκηνοθέτης;

 

Έχει να κάνει με μια εικόνα «σκηνοθέτη» που έχει διαμορφωθεί στο μυαλό μας;

Έχει να κάνει με την εμφάνιση; Με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά;

 

Σας βεβαιώνω.

 

Σε σχέση με τον Πρώτο Σαμουράι...

 

δεν είναι η εμφάνιση.

 

Μπορεί να είναι και η εμφάνιση... ποιος ξέρει...

 

Αλλά δεν είναι μόνο αυτή ή κυρίως αυτή.

 

Δεν είναι το ύψος, το βάρος, το χρώμα μαλλιών ή ματιών.

 

Δεν είναι το σώμα.

Είναι ο τρόπος που κινείται το σώμα.

Δεν είναι το πρόσωπο.

Είναι η έκφραση του προσώπου.

 

Δεν είναι το «έξω».

Είναι το «μέσα».

 

Η ουσία.

 

Η ουσία του.

 

Αυτό που είναι μέσα του και που εκπέμπεται και έξω του.

 

Μοιάζει σκηνοθέτης

γιατί

είναι σκηνοθέτης.

 

Και όταν τον είδα...

όταν τον πρωτοείδα...

μου θύμισε τους φίλους μου...

τους σκηνοθέτες φίλους μου...

πριν 22 χρόνια...

Ήταν πολύ καλοί μου φίλοι...

Ήταν η παρέα μου.

 

Και ενώ ήταν τόσο διαφορετικοί εξωτερικά

η ουσία τους ήταν κοινή.

Κι έμοιαζαν κι εκείνοι... σκηνοθέτες... γιατί ήταν... σκηνοθέτες... ο καθένας με τη διαφορετική ματιά του.

 

Και μοιάζει

κινηματογραφικός

ή τηλεοπτικός σκηνοθέτης.

 

Σκηνοθέτης που η κάμερα είναι προέκταση του χεριού του

όπως ακριβώς το κατάνα είναι προέκταση του χεριού του Σαμουράι.

 

Φαίνεται πως έχει κινηματογραφική, καλλιτεχνική, φωτογραφική μάτια.

 

Ίσως για αυτό τον συμπάθησα αμέσως! Ίσως για αυτό τον ένιωσα κοντά μου, τον ένιωσα  Φίλο μου. Μου θύμισε τόσο πολύ τους φίλους μου! Μπορεί να είναι παρελθοντικοί μα τους νιώθω ακόμα μαζί μου σε κάθε κινηματογραφικό μου βήμα!

 

Αυτός είναι.

 

Ο Πρώτος Σαμουράι.

 

Ο Φύλακας.

 

Αυτός είναι ο τίτλος του.

 

Φυλάει...

 

Χώρους... Τοποθεσίες...

 

Φροντίζει...

 

Ανθρώπους... Φιλίες...

 

Στην αίθουσα ακόμα κι όταν δεν με κοίταζε ή δεν μας κοίταζε είχα την αίσθηση πως μας νιώθει όλους.

 

Δεν μπορώ να το εξηγήσω.

 

Καμία φορά, οι πρώτοι, οι μπροστά μπροστά,

έχουν την αίσθηση της φροντίδας όλης της Ομάδας.

 

Ήταν αυτός που όταν βγήκαμε από το πρώτο μέρος της μάχης έβγαλε χαρτί-χάρτη να σημειώσει "Τι βιώσαμε μόλις τώρα;". Ο μόνος που σημείωσε εκείνη την ώρα (και ακόμα δεν του ζήτησα αυτές τις σημειώσεις που τις θέλω κι εγώ...) και που μας έβαλε σε διαδικασία-δοκιμασία να θυμηθούμε τι ρωτηθήκαμε... Γιατί ξέρει... πως μέσα από όσα βιώνουμε γινόμαστε καλύτεροι στις μάχες μας. Μας ένωσε γύρω του προσπαθώντας όλοι μαζί να θυμηθούμε... κάθε βήμα του πρώτου μας αγώνα.

 

Ανάμεσα, λοιπόν, στους δύο αγώνες μας, στον πρώτο και στον δεύτερο, στον πάγκο της αναμονής, σε μια τεράστια αλάνα-αυλή, καθόμουν δίπλα του, στα αριστερά του Πρώτου Σαμουράι και στα δεξιά του ήταν ο Πέμπτος Σαμουράι.

 

Και μου έκανε μία απλή ερώτηση.

 

«Πώς και το αποφάσισες;»

 

Κάνεις δεν με είχε ρωτήσει αυτό.

 

«Μετά από τόσα χρόνια, πώς και το αποφάσισες να είσαι μαζί μας;»

 

Ξαναρώτησε.

 

Και αναρωτήθηκα μέσα μου

 

«Πώς απαντάνε σε αυτήν την ερώτηση;»

 

Να πω τη σύντομη ή τη μη σύντομη εκδοχή;

 

Και, τελικά, είπα τη σύντομη. Δυο-τρεις φράσεις μόνο. Μα δεν χρειάστηκε να πω πολλά. Δεν χρειάστηκε να πω σχεδόν τίποτα. Γιατί, ανάμεσα στις φράσεις μου, στην παύση μου...

 

μου είπε κάτι που δεν μου το έχει πει ποτέ κανείς...

 

«Respect»

 

μου είπε κοιτάζοντας με στα μάτια.

 

Και δεν του έφτανε να το πει μία φορά μόνο. Tο επανέλαβε για να είναι σίγουρος πως θα το ακούσω και, κυρίως, πως θα το νιώσω...

 

«Απλά... Respect.»

 

Κι εγώ;

 

Εγώ που πάντα ενθαρρύνω και υποστηρίζω άλλους Ανθρώπους....

 

πρώτη φορά, από άγνωστο, το αισθάνθηκα από την άλλη μεριά,

 

στον τόπο της μάχης,

 

πώς είναι! Να είναι κάποιος μαζί σου,

 

Φίλος,

 

κάποιος να σε σέβεται πριν καν σε γνωρίσει,

 

χωρίς να χρειαστεί να «κερδίσεις» το σεβασμό.

 

Αυτό που προσφέρω.

 

Κατανόηση από την αρχή.

 

Σεβασμό από την αρχή.

 

Αυτό μου επιστράφηκε.

 

Μετά από τόση υποτίμηση ζωής...

 

Και πού να το ήξερε...

 

πως μόλις πριν...

 

έκλαιγα με λυγμούς...

 

λίγο πιο πέρα...

 

στην γωνίτσα μου...

 

στην αυλίτσα που ανακάλυψα πίσω από την αυλή...

 

Πού να το ήξερε!

 

Πόσο με συγκίνησε.

 

Μία του λέξη.

 

Γιατί οι Πρώτοι...

μπορούν να σε κάνουν να νιώσεις...

 

τα Πρωταρχικά και τα Πρωτόγνωρα και τα Πρωτότυπα...

 

Κάνεις πότε δεν μου είπε «Respect» με αυτόν τον τρόπο...

 

Και μάλιστα ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα για την προσπάθειά μου!

 

Γιατί οι Πρώτοι;

 

Εκτιμούν τις προσπάθειες.

 

Αυτός είναι ο Πρώτος Σκηνοθέτης-Σαμουράι.

 

Ο Φύλακας.

 

Που όταν βγήκε, πρώτος πρώτος, από τα προφορικοπρακτικά μας και μαζευτήκαμε γύρω του και μας είπε για το ότι ρωτήθηκε για τη λογοτεχνία και το θέατρο σκέφτηκα... πέρα του ότι σκέφτηκα πως αυτή θα ήταν ιδανική ερώτηση για εμένα και τον Πέμπτο Σαμουράι που ασχολούμαστε με Θέατρο... σκέφτηκα... πως είναι σαν ήρωας λογοτεχνίας και σαν χαρακτήρας θεατρικός και όταν μας είπε για το ότι ρωτήθηκε και για τις κάμερες και τα πλάνα... σκέφτηκα πως είναι αυτός που είναι ικανός να πραγματοποιήσει τα πλάνα της ζωής του και να γυρίσει με την κάμερα της γενναίας ψυχής του την πιο ισχυρή ταινία.

 

Είναι αυτός που επιλέγει να σου πει λίγα μα τα πιο ουσιαστικά.

 

Τι να προσέξεις.

 

Τι να φροντίσεις.

 

Κι όπως ήρθε, πρώτος πρώτος,

έτσι κι έφυγε, πρώτος πρώτος.

 

Κατέβηκε τα σκαλιά αφού πια γνώριζε πως ο ρόλος του Φύλακα είχε τελειώσει, δεν είχε κάτι άλλο να μας προσφέρει σήμερα...

 

Μας είχε φροντίσει...

 

Έστριψε...

 

Κι έκανε μια κίνηση προς εμάς με το χέρι του σαν να βγάζει ένα αόρατο καπέλο και μια μικρή υπόκλιση.

 

Και έφυγε...

 

Όχι για πάντα...

 

Για τώρα.