4/9/18

-άσταση



-άσταση

Ξέρω πως όλοι εύχονται να ’ναι καλή η ανάσταση,
εγώ αυτό που νιώθω είναι να ’μαι σε άλλη διάσταση,
η αγαπημένη μου ευχή το «καλή επανάσταση»,
με κάνει να αισθάνομαι θα αλλάξει η κατάσταση,
νιώθω πως πάντα κουβαλάω μέσα μου μια παράσταση,
θέλουν όλοι να της κάνουν κάποιου τίτλου εγκατάσταση,
άλλοι λένε πως είναι της ζωής μου αναπαράσταση,
άλλοι λένε πως είναι κοινωνίας αντιπαράσταση,
άλλοι λένε πως είναι του ανθρώπου συμπαράσταση,
εγώ θέλω να γίνει της αλήθειας όχι μετάσταση,
να γίνει μια γερή, άμεση, σοφή αποκατάσταση,
μπορεί να ’ναι πολλά μαζί ένας άνθρωπος-παράσταση,
μικραίνουμε την ζωή κάνοντας την κατάσταση-υποκατάσταση,
κι αυτά που οι άλλοι μας τα σκοτώνουν μπορούν να κάνουν νεκρανάσταση,
θα έρθει η ισότητα, του ανθρώπινου τοπίου ισοδιάσταση,
αν είμαστε έτοιμοι για λύτρωση και για ουσιαστική ανάσταση.

Kι αν με ρωτάτε ποια είμαι εγώ και ποια η κατάστασή μου,
εγώ είμαι απλά η Μαριλού κι η ζωή η παράστασή μου...

(Λένε πως είμαστε αναλώσιμοι, εννοούν «Θα ’ρθει η αντικατάστασή σου!»,
μα εγώ πιστεύω είμαστε μοναδικοί, αν το θες, θα ’ρθει η ανάστασή σου,
δεν εννοώ μετά τον θάνατο, τώρα μπορείς να κάνεις την επανάστασή σου,
κι αντί να θρηνείς την κάθε στιγμή, να ορίσεις εσύ την ζωή-παράστασή σου...)


3/10/18

Όνειρο-Εφιάλτης



(Όνειρο πριν μερικές μέρες. Εφιάλτης.)

Ήμουν σε ένα καταπράσινο τοπίο. Σε κάτι λόφους. Σε κάτι βουνά. Με πάρα πολύ κόσμο. Πολλοί άνθρωποι, σαν να έχουμε πάει όλοι μαζί εκδρομή ή για πικ νικ. Σαν να είμαστε μία ομάδα, κάτι σαν πρόσκοποι. Και παίζαμε διάφορα παιχνίδια. Οι άλλοι έπαιζαν. Εγώ περισσότερο κοιτούσα και παρατηρούσα και περπατούσα. Κάποια στιγμή, θα έπαιζαν «βαρελάκια». Αλλά ομαδικά βαρελάκια. Άρχισαν να δένονται ανά ομάδες πολλά άτομα (καμία δεκαριά σε κάθε ομάδα) με σκοινί , όλοι μαζί, στην μέση τους γύρω γύρω, και μετά θα έπεφταν και θα κυλούσαν τον λόφο-κατηφόρα. Εγώ δεν ήθελα να παίξω, να δεθώ, να κατρακυλήσω. Δεν είχα ενθουσιαστεί καθόλου με την όλη ιδέα του να κατρακυλήσω δεμένη με άλλους τον λόφο. Με έβαλαν, όμως, με το ζόρι. Εκεί που είχαν δεθεί οκτώ-εννιά άτομα ή και παραπάνω, αυτοί που ήταν έξω από το ανθρώπινο κουβάρι με έσπρωξαν τελευταία γελώντας και παίζοντας και μην καταλαβαίνοντας πως εγώ δεν θέλω να είμαι εκεί ή καταλαβαίνοντας πως δεν θέλω να παίξω αλλά μην δίνοντάς ιδιαίτερη σημασία στο συναίσθημά μου παρασυρμένοι από την γενικότερη ατμόσφαιρα και πιστεύοντας πως μπορεί να νομίζω πως δεν θα μου αρέσει αλλά τελικά θα μου αρέσει. Μας έδεσαν όλους μαζί. Δεν ένιωθα καθόλου καλά. Μας έσπρωξαν κι αρχίσαμε να κατρακυλάμε. Το πλάνο του ονείρου εδώ αλλάζει. Αυτό με τρελαίνει στα όνειρά μου. Που έχουν, τρομάρα τους, και σκηνοθετική άποψη. Από εκεί που μέχρι εκείνο το σημείο το πλάνο ήταν γενικό, απλό και αποστασιοποιημένο (σαν να το βλέπεις απ’ έξω παρατηρητής) τώρα το πλάνο έγινε μέσα από τα δικά μου τα μάτια (από την δική μου οπτική γωνία), κατρακυλούσε κι αυτό μαζί μου. Έβλεπα, λοιπόν, εικόνες να περνάνε γρήγορα και ασταμάτητα, κάτι πέτρες, κάτι πράσινα, λευκό χρώμα, γαλάζιο, πράσινο, λευκό ξανά, χρωματικές εναλλαγές χωρίς να μπορώ να πω τι βλέπω αφού απλά υποτίθεται πως κατρακυλάω. Δεν ένιωθα καλά, καθόλου καλά, και αναρωτιόμουν πώς βρέθηκα πάλι σε αυτήν την θέση αφού εγώ δεν ήθελα να είμαι εκεί. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να κυλάμε. Σηκώθηκα και δεν ήμουν δεμένη μαζί με άλλους. Είχαν όλοι διασκορπιστεί. Κοίταξα γύρω μου και η θέα ήταν τρομακτική. Σκηνικό πολέμου. Αίματα παντού. Διαμελισμένα σώματα. Τραυματισμένοι. Πεθαμένοι. Τι είχε συμβεί; Πώς είχαμε περάσει από την κατάσταση του πανηγυριού στην κατάσταση του πολέμου; Υποτίθεται πως παίζαμε ένα παιχνίδι. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Μετά κατάλαβα. Το τοπίο είχε κοφτερές πέτρες και αιχμηρά αντικείμενα κάτω, πεταμένα, μαχαίρια, πριόνια, σιδερικά επικίνδυνα. Ήταν ένα άγριο τοπίο. Και στο παιχνίδι-βαρελάκι που κάναμε οι άνθρωποι χτύπησαν, τραυματίστηκαν ή ακόμα και σκοτώθηκαν... Εγώ δεν είχα πάθει τίποτα. Δεν ήμουν τραυματισμένη και σίγουρα δεν ήμουν πεθαμένη. Ήμουν ζωντανή. Στεκόμουν εκεί ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, στην μέση αυτού του πολεμικού σκηνικού, μην ξέροντας τι να κάνω, κοιτάζοντας γύρω μου... Σκεφτόμουν πως το είχα νιώσει πως δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα αυτό το παιχνίδι. Γιατί είχα πάρει μέρος; Γιατί το είχα αφήσει να συμβεί;

(Αλλά ήταν πέρα από εμένα...)

Ξύπνησα τρομαγμένη.
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.
Οι εικόνες έντονες στο μυαλό μου.
Και το συναίσθημα;
Τρόμος. Φόβος.
Και, κυρίως, απέραντη στενοχώρια...

(Είναι πέρα από εμένα...)


3/4/18

Κοίταξα...



Κοίταξα την ζωή μου κι αναρωτήθηκα... Πώς και γιατί...

Κοίταξα προς τα πίσω κι είδα όλα αυτά τα κενά που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να καλυφθούν...

Κοίταξα προς τα μπροστά κι είδα όλα αυτά τα βήματα που θα προσπαθήσουν αποσυντονισμένα να προχωρήσουν...

Κοίταξα και το σημείο στο οποίο βρίσκομαι κι είδα... αυτό που είμαι... κι αυτό που χρειάζεται να γίνω για να ενώσω τα κενά και να τα μεταμορφώσω σε βήματα...


3/3/18

Πρώτη Μαρτίου



Αγαπητέ μου Φίλε, καιρό έχω να σου γράψω...

Είμαι σπίτι, πίνω ζεστό τσάι, ακούω Σοπέν, για την ακρίβεια πριν άκουγα Σοπέν τώρα ακούω Τιρσέν... Τα γατάκια κοιμούνται, το σπίτι είναι ήσυχο... Εγώ έχω άδεια ημέρα... Σωματικά πονάνε όλα... Ψυχολογικά πονάνε τα μισά... Ή μήπως αντίθετα κι αντίστροφα; Νιώθω ήρεμη και ήσυχη... παρά τις σωματικοψυχολογικές ενοχλήσεις και τις εξωτερικοεσωτερικές ανησυχίες... Δεν ξέρω αν θα βγω να περπατήσω... Μπορεί... Μπορεί και όχι... Η πορεία της ημέρας και η διαδρομή του απογεύματος θα δείξει... Έκανα δουλίτσες στο σπίτι... Αρκετές και δύσκολες... Είναι να καθαρίσουν-ξεκαθαρίσουν τόσο πολλά, δεν τα προλαβαίνω κι αυτά... Έτσι όταν μένω σπίτι... βρίσκω ευκαιρία... όχι μόνο για να χαλαρώσω μα και για να οργανωθώ-τακτοποιηθώ... Όλα είναι ταραγμένα θα έλεγα... όχι τώρα... τώρα εἰναι ήσυχα... γενικά... είναι ταραγμένα... Καινούρια δεδομένα... και ιδιαίτερες καταστάσεις... Αλλά έτσι δεν είναι πάντα η ζωή; Καθημερινά καινούρια και ιδιαίτερη... με τα καλά της και τα κακά της... με τα ωραία και τα «άσχημά» της... Διαβάζω. Αυτές τις μέρες... βρίσκω κάπου ανάμεσα στα τρεξίματα κενά για να διαβάσω... μικρά βιβλία... όποτε και όταν μπορώ... κι αυτό με ηρεμεί και με χαλαρώνει... Απομακρυνόμαστε από εμάς χωρίς να το καταλαβαίνουμε πολλές φορές... Κι αυτά τα λίγα, τα απλά, τα δικά μας στοιχεία... είναι αυτά που μας χαρακτηρίζουν... Δεν θα ζητούσα πολλά από την ζωή μου, να περπατάω, να γράφω, να διαβάζω, να δημιουργώ... Τώρα πώς θα επιβιώσω σε αυτήν την εποχή... δεν το έχω καταλάβει... Σε αυτό θα δείξει η πορεία της ζωής και η διαδρομή του χρόνου... Είναι έξω από εμένα η λογική αυτού του κόσμου... Μπορεί να είναι έξω από τον κόσμο η λογική η δική μου... Ποιος ξέρει; Πάντως... κάτι δεν συντονίζεται... Αυτή η διαφορετικότητα... πάντοτε έχει το τίμημά της... όπως και το ταλέντο... έχει το τίμημά του κι αυτό... Το πιο φοβερό είναι πως δεν θα ήθελα να τα καταφέρω μόνο για εμένα... θα ήθελα να τα καταφέρω για όλους τους ανθρώπους τους διαφορετικούς. Θα είχε σημασία για εμένα να μπορέσω να δείξω πως υπάρχει διαφορετικός δρόμος για τους διαφορετικούς ανθρώπους. Πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μας καταπιεί η λογική των άλλων... πως δεν είμαστε καταδικασμένοι να πνιγούμε στις παράλογες συνθήκες... Πως μπορούμε να υπάρξουμε διατηρώντας την ανθρωπιά μας και την αξιοπρέπειά μας... Πως είναι δυνατό να προστατεύσουμε τις αξίες μας. Πως δεν είναι ανάγκη να ξεχάσουμε τις ανάγκες μας. Αλλά τα χρόνια περνάνε... και δεν είμαι σίγουρη αν και πόσο θα αντέξω... Μου δίνει δύναμη όταν γνωρίζω πως υπάρχουν κι άλλοι που ακόμα προσπαθούν με τον δικό τους τρόπο κι αυτοί... όχι μόνο να γίνουν μα και να μείνουν Άνθρωποι... Αλήθεια, τίμια και ειλικρινά προσπαθώ με όλες μου τις δυνάμεις... Μα δεν είμαι σίγουρη πως αυτές οι δυνάμεις είναι αρκετές... Τι άλλο να κάνει κανείς; Πέρα από το να είναι τίμιος απέναντι στους άλλους και στον εαυτό του; Πέρα από το να σέβεται και να αγαπάει; Πόσο εύχομαι η αγάπη μου να σταθεί ικανή και δυνατή... Πόσο εύχομαι η αγάπη μου να είναι αρκετή... για να μπορέσω να συνεχίσω... Δεν θα πω πως δεν νιώθω μόνη μου. Θα είναι ψέμα. Νιώθω απέραντα μόνη μου. Μα ξέρω πως και η μοναχικότητα πάει παρέα με αυτό που είμαι. Με πονάει κι ο έρωτας. Δεν θα πω ψέματα ούτε για αυτό. Αυτό το τελευταίο ράγισμα της καρδιάς... δεν ξέρω τι να το κάνω... Είναι πάντα δύσκολες οι απομακρύνσεις και περίεργοι οι χωρισμοί... Κι έτσι απλά ζεις μέσα στο κενό σου. Ή το κενό σου ζει μέσα σε εσένα. Κάπως έτσι. Μεγαλώνεις και ο χωρισμός πονάει διαφορετικά μεγαλώνοντας. Δεν πειράζει, εμείς να είμαστε καλά. Αυτό είναι πάντα που έχει σημασία. Η πορεία θα δείξει. Κι εμείς θα την αφήσουμε να δείξει... Ή αν δεν δείξει η πορεία... θα την κάνουμε εμείς να δείξει... Αυτά τα λίγα... τα γνωστά... τα απλά... Θα είχα πολλά να γράψω μα θα αρκεστώ στα λίγα. Για τώρα. Εύχομαι να είσαι καλά, Αγαπητέ μου Φίλε. Εύχομαι να μπορείς να αναπνεύσεις χωρίς βάρος και η ζωή σου να είναι χωρίς κούραση. Να χαμογελάς... μην το ξεχνάς... σε παρακαλώ... σε κάνει να νιώθεις καλύτερα.

Σε φιλώ.

Μαριλού.


Γυμναστική 02



Δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να κάνει κάποιος γυμναστική με τσίχλα. Πέρα από το ότι δεν μου φαίνεται λογικό ή φυσικό ή άνετο ή βολικό ή... οτιδήποτε άλλο... πέρα από αυτό... το βασικότερο όλων είναι... πως είναι και ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ. Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να μπορεί στον χώρο να βρίσκεται και γυμναστής και, παρόλα αυτά, να μην λέει τίποτα (ή το έχει παρατηρήσει και δεν λέει τίποτα ή δεν το έχει παρατηρήσει και δεν λέει τίποτα αλλά και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει πρόβλημα... και οι δύο περιπτώσεις οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.). Δεν γίνεται να κάνεις γυμναστική με τσίχλα. ΤΕΛΕΙΑ. Και δεν γράφω τέλεια, γράφω τελεία. Ο τόνος έχει σημασία.

(Μου είναι δύσκολο να αναλογιστώ το παράλογο.)


Γυμναστική 01



Οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει με γυμναστήρια όπου μέσα όλοι ήταν σαν μια οικογένεια, όλοι γνώριζαν τα ονόματα όλων, όλοι έκαναν προπόνηση μαζί, τα τμήματα χωρίζονταν ανά ηλικίες αλλά και ανά στάδιο στο οποίο βρίσκεται ο καθένας, οι προπονητές-γυμναστές φρόντιζαν να κάνεις ΚΑΘΕ άσκηση σωστά, σε διόρθωναν ΣΥΝΕΧΕΙΑ, σε βοηθούσαν να καταλάβεις την τεχνική της κάθε άσκησης, έκαναν την γυμναστική να μοιάζει με παιχνίδι και βοηθούσαν στο να είσαι και στο να γίνεις άνθρωπος που την γυμναστική δεν την βλέπει μόνο σαν έναν δρόμο για να χάσει κιλά ή για να αποκτήσει γράμμωση σώματος αλλά την αισθάνεται σαν έναν τρόπο ζωής... Οι άνθρωποι αυτοί δεν προσαρμόζονται με τίποτα στα απρόσωπα γυμναστήρια του σήμερα...

(Μου είναι δύσκολο να προσαρμοστώ στο απρόσωπο.)


2/21/18

Μαύρα



Το κοριτσάκι αυτό, της ιστορίας μας, για πολλά χρόνια, φορούσε μαύρα. Μόνο μαύρα. Κάθε μέρα... μαύρα. Κάθε ώρα... μαύρα. Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή, όλα μαύρα. Πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ, μόνο μαύρα. Μπλούζες, παντελόνια, φούστες, φορέματα, παπούτσια, κάλτσες, καπέλα, σκουφάκια, γάντια, κασκόλ, ζακέτες, παλτό, τσιμπιδάκια για τα μαλλιά, μενταγιόν, τσάντες, όλα μαύρα, μόνο μαύρα. Άνοιγες την ντουλάπα, όλα μαύρα.

Γεννήθηκε στο μαύρο, μεγάλωσε στο μαύρο, ενηλικιώθηκε στο μαύρο.

Έπειτα κάποια στιγμή... συνέβηκε το εξής. Σπούδασε ηθοποιός κι έγινε ηθοποιός (μεγάλη ιστορία και το ένα και το άλλο). Και μία φορά, μόνο μία φορά, πρώτη και τελευταία, έπαιξε στην τηλεόραση, σε μία σειρά, για λίγα επεισόδια, ελάχιστα επεισόδια, έναν πολύ μικρό ρόλο, μικρούτσικο ρόλο, σχεδόν κανείς δεν το γνωρίζει. Αγάπησε τον ρόλο. Συμπάθησε τον σκηνοθέτη. Φερόταν με σεβασμό στους ηθοποιούς. Σπάνιο χάρισμα! Κι ενώ για την τηλεόραση πάντα ακούει όλα αυτά τα αρνητικά, αισθάνεται πολύ τυχερή που εκείνη την μία φορά που έπαιξε η ατμόσφαιρα που επικρατούσε μεταξύ των ανθρώπων ήταν ωραία. Σε αυτήν την σειρά, λοιπόν, της ζητήθηκε να φορέσει χρώμα... Χρώμα!!! Κοίταξε τα ρούχα της και δεν υπήρχε τίποτα με χρώμα. Κοίταξε την ζωή της και δεν υπήρχε τίποτα με χρώμα. Δανείστηκε ρούχα από άλλους με χρώμα. Δεν είχε δικά της. Και τα φόρεσε. Και θυμάται ακόμα εκείνη την πρώτη φορά που φόρεσε χρώμα στην ζωή της. Ποτέ δεν θα την ξεχάσει. Ήταν σαν να φώτισε όλο της το σώμα! Σαν να ακτινοβολούσε χρώμα! Δεν το πίστευε... δεν είχε καταλάβει πόσο όλο αυτό το μαύρο, το αιώνιο μέχρι τότε μαύρο, την είχε καταπιεί... πόσο είχε ρουφήξει τον εαυτό της και την ζωή της αυτή η τεράστια μαύρη τρύπα μαύρου χρώματος. Έκανε τα γυρίσματα της σειράς... Κι αυτό που της έμεινε από εκείνη την σπάνια συνεργασία ήταν κάτι πολύ παραπάνω από μια όμορφη εμπειρία... της έμεινε... το... χρώμα. Και ως γυναίκα... πια... φόρεσε όλα τα χρώματα του κόσμου... κι όλες τις αποχρώσεις... Μπλε και γαλάζιο... Κίτρινο και πορτοκαλί... Πράσινο και λαδί... Κόκκινο και ροζ... Μωβ και φούξια... Άσπρο και μπεζ... γκρι και καφέ... Δεν άφησε κανένα χρώμα παραπονεμένο στην άκρη... Όλα τα χρώματα του κόσμου πια στην ντουλάπα της και στην ζωή της... στο σώμα και στο πρόσωπό της... Όσοι την γνωρίζουν τώρα νομίζουν πως από πάντα ήταν χρωματιστή... Μα η ίδια ξέρει πως αυτό δεν ισχύει... Όσοι την γνωρίζουν τώρα νομίζουν πως από πάντα ήταν φωτεινή, χαμογελαστή και αισιόδοξη... Εκείνη ξέρει. Ξέρει πολύ καλά. Ποια ήταν και ποια είναι. Το μόνο που δεν ξέρει είναι το ποια θα γίνει. Το μη χρωματιστό κορίτσι που έγινε χρωματιστή γυναίκα ακόμα αγαπάει και το μαύρο. Και, κατά καιρούς, ντύνεται και μαύρα, και της αρέσει να ντύνεται μαύρα. Αλλά τώρα δεν ντύνεται μαύρα... από πένθος... δεν ντύνεται μαύρα... επειδή θρηνεί... δεν ντύνεται μαύρα... επειδή πονάει... δεν ντύνεται μαύρα... επειδή υποφέρει... δεν ντύνεται μαύρα... επειδή φοβάται... δεν ντύνεται μαύρα επειδή αισθάνεται σκοτεινή... δεν ντύνεται μαύρα επειδή αισθάνεται μόνη της... δεν ντύνεται μαύρα από αντίδραση... δεν ντύνεται μαύρα από ανάγκη για επανάσταση... δεν ντύνεται μαύρα επειδή γεννήθηκε στο μαύρο ή επειδή μεγάλωσε στο μαύρο... Δεν ντύνεται μαύρα επειδή συνήθισε το μαύρο... Δεν ντύνεται μαύρα από άρνηση για ζωή... Ντύνεται μαύρα από κατάφαση για ζωή... Ντύνεται μαύρα όταν θέλει να ντυθεί μαύρα επειδή της άρεσει το μαύρο. Έχει πια την επιλογή. Πριν δεν την είχε. Όχι έτσι. Τώρα βλέπει όλα τα χρώματα... και επιλέγει ό,τι εκείνη νιώθει... ανάλογα με το πώς είναι την κάθε στιγμή. Τώρα το μαύρο της δεν σημαίνει πάντα σκοτάδι, τώρα το μαύρο της, όταν υπάρχει, μπορεί να σημαίνει και φως. Τώρα το μαύρο της δεν είναι θάνατος, τώρα το μαύρο της, όταν έρχεται, μπορεί να σημαίνει και ζωή. Κι αυτό το μάθημα της το έδωσε... ποιος θα το φανταζόταν! Όχι ένας άνθρωπος... Όχι ένας έρωτας... Όχι μια αγάπη... Όχι η τέχνη... Όχι το θέατρο... Όχι ο κινηματογράφος... Της το έδωσε η τηλεόραση... Σε εκείνην που δεν έχει καν τηλεόραση στο σπίτι... που δεν βλέπει τηλεόραση... που δεν της αρέσει η τηλεόραση (με λιγοστές, μικροσκοπικές εξαιρέσεις)... Στην τηλεόραση, οφείλει το χρώμα της... Σε εκείνη την μία και μοναδική φορά που έπαιξε τηλεόραση και που της είπαν να φορέσει χρώμα... Και έτσι απλά μπήκε το χρώμα στην ζωή της και στην τέχνη της... και όπως συνέβηκε και με την τηλεόραση... πέρασε από το ασπρόμαυρο στο έγχρωμο... και δεν επέστρεψε ποτέ στο πριν... Και από το βουβό πέρασε στην φωνή... και δεν επέστρεψε ποτέ στο πριν... αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία... Τώρα ζει ολοκληρωτικά... Τώρα ζει χρωματιστά...