Χαμένη;
Είχα χαθεί.
Δεν είχα ιδέα πού βρίσκομαι.
Ο προσανατολισμός ανύπαρκτος.
Η πορεία αβέβαιη.
Δεν μπορούσα να καταλάβω προς τα
πού να πάω.
Όλα μου φαίνονταν παρόμοια ή
ίδια.
Ἐμοιαζε σαν να κάνω άλλοτε
μικρότερους κι άλλοτε μεγαλύτερους κύκλους, καταλήγοντας στα ίδια σημεία ξανά
και ξανά.
Και κάποιες, λίγες, στιγμές, αν
κατάφερνα να ξεφύγω από τους κύκλους μου... και πάλι ένιωθα χαμένη... Βρισκόμουν,
ξαφνικά εντελώς αλλού, όλα φαίνονταν τώρα κάπως διαφορετικά... μα δεν είχε καμία
σημασία που έσπασαν οι προηγούμενοι κύκλοι γιατί και πάλι όλοι οι δρόμοι με
οδηγούσαν συνέχεια σε αδιέξοδα.
Κύκλοι, δρόμοι, αδιέξοδα, ξανά
κύκλοι, ξανά αδιέξοδα.
Σαν να είμαι σε έναν ατελείωτο
λαβύρινθο.
Με στενές, κυριολεκτικές,
διαδρομές...
και σε μονοπάτια που ένιωθα να με
στριμώχνουν... να με πιέζουν ψυχολογικά.
Ήμουν μέσα στα χώματα.
Κουρασμένη. Ζαλισμένη.
Εξαντλημένη. Ζεσταμένη.
Μέσα στον ήλιο.
Λερωμένη.
Ιδρωμένη.
Μέσα στις πέτρες.
Πονεμένη.
Κυρίως, πονεμένη.
Πληγωμένη.
Χτυπημένη
ως εκεί που δεν έχει άλλο...
Και, πραγματικά, εντελώς μα
εντελώς, χαμένη.
Και δεν υπήρχε κανείς.
Κανείς.
Κανείς να με βοηθήσει.
Κανείς να με οδηγήσει.
Κανείς να με καθοδηγήσει.
Πού να πάω.
Πώς να πάω.
Κανείς.
Και το μόνο που ήθελα ήταν να βρω
το σημείο.
Και δεν το ήξερα, δεν το είχα
φανταστεί!
Δεν ξέρω τι είχα φανταστεί...
πάντως, σίγουρα, δεν είχα φανταστεί αυτό που συνέβαινε τώρα!
Νόμιζα θα είναι απλό... ή έστω...
πιο απλό.
Δεν ξέρω τι περίμενα. Δεν ξέρω
πώς το είχα στο μυαλό μου.
Δεν είχα προλάβει να το σκεφτώ.
Ήρθα αυθόρμητα, χωρίς δεύτερη
σκέψη.
Η καρδιά μου με έφερε ως εδώ.
Μετά και μέσα από τεράστια
ταλαιπωρία...
άλλη ιστορία αυτή...
η διαδρομή.
Τι διαδρομή ήταν αυτή!
Ούτε αυτή περίμενα να με
δυσκολέψει τόσο!
Νόμιζα πως θα είναι πιο εύκολο...
Μα τα κατάφερα! Έφτασα ως εδώ!
Τα κατάφερα...
Και τώρα;
Να μην μπορώ να συνεχίσω...
Να μην ξέρω πώς να συνεχίσω.
Να περιπλανιέμαι για πολλή ώρα,
δεν ξέρω για πόση...
Έχασα την αίσθηση των λεπτών...
Να περπατάω, μέσα στο χρόνο,
ανάμεσα σε ημερομηνίες.
Να στέκομαι, μέσα στο χώρο,
ανάμεσα σε ονόματα.
Εδώ ο χρόνος είναι
διαφορετικός...
Εδώ ο χώρος είναι αλλιώς...
Να βρίσκομαι ανάμεσα σε...
τάφους.
Όρθια ανάμεσα σε κοιμισμένους.
Ξύπνια ανάμεσα σε ξαπλωμένους.
Ζωντανή ανάμεσα σε νεκρούς.
Και δεν είχα ιδέα πού είναι!
Και δεν είχα ιδέα πού είμαι!
Το μόνο που ήξερα είναι πώς
είμαι.
Το μόνο που είχα... το πώς νιώθω.
Και δεν ήξερα με ποιον να
επικοινωνήσω!
Και δεν ήξερα πώς να
επικοινωνήσω!
Οι συγγενείς είχαν συμπεριφερθεί με
τον χειρότερο δυνατό τρόπο.
Συνηθίζεται να συμβαίνει αυτό,
δυστυχώς, όταν κάποιος πλησιάζει ή βρεθεί κοντά στο θάνατο.
Με είχαν πετάξει «εκτός», το
είχαν φροντίσει αυτό.
Μπορεί να είχαν φοβηθεί πως θα
κληρονομήσω κάτι.
Μας είχαν πετάξει «εκτός» και
εμένα και την αδερφή μου...
Και εμάς δεν μας ενδιέφερε τίποτα
από όλα αυτά...
μόνο η Αγάπη.
Η Αγάπη.
Δεν είχα άλλη επιλογή.
Ήμουν χαμένη.
Το μόνο τηλέφωνο που μπόρεσα να
πάρω ήταν της κυρίας που καθάριζε το σπίτι.
Κι εκείνη, προς το τέλος, δεν μας
είχε συμπεριφερθεί καλά, καθόλου καλά, δεν μας είχε συμπεριφερθεί σωστά.
Μας ήξερε τόσα χρόνια και,
ξαφνικά, άλλαξε η συμπεριφορά της.
Σαν να είμαστε άλλοι.
Σαν να είμαστε ξένοι.
Δεν ήθελα να της τηλεφωνήσω. Δεν
ήθελα να μιλήσω σε κανέναν.
Αλλά ήμουν σε απόγνωση.
Δεν υπήρχε κανείς, κανείς άλλος.
Κανείς.
Σήκωσε το τηλέφωνο.
Δεν περίμενε να ακούσει τη φωνή
μου, δεν περίμενε να είμαι εκεί που είμαι, δεν περίμενε να της μιλήσω και
επειδή δεν το περίμενε μάλλον, ίσως, της φάνηκε ακραίο να μη με βοηθήσει, να
μην προσπαθήσει έστω να με βοηθήσει... και... προσπάθησε... κάπως, κάτι να μου
πει, κάπως, κάτι να μου εξηγήσει...
Πιο εδώ, πιο εκεί, πιο πέρα...
Προς τα πού είναι...
Προς τα πού να πάω...
Στο περίπου έστω...
Αλλά δεν γινότανε...
Δεν έβγαλα άκρη...
Μου φαίνονταν όλα τόσο ίδια...
Διαφορετικά μα ίδια...
Δεν γινόταν να το βρω...
το σημείο μου.
Απεγνωσμένη σταμάτησα την
απογοητευτική τηλεφωνική συνομιλία.
Έτσι κι αλλιώς, ήταν αμήχανο και
απρόθυμο το όλο σκηνικό...
Αν είχα βρει το σημείο, ούτε αυτό
το τηλέφωνο δεν θα είχε γίνει.
Αλλά δεν ήξερα σε ποιον να
απευθυνθώ.
Συνέχισα την αναζήτηση μόνη μου...
και, κάποια στιγμή, από μακριά,
βλέπω κάτι σαν ένα μικρό σπιτάκι και βρίσκω κάποιον εκεί κοντά... Έναν παπά;
Έναν νεκροθάφτη; Ποτέ δεν έμαθα τι ήταν τελικά... Έναν ηλικιωμένο κύριο... κι
άρχισα να τον ρωτάω μπερδεμένα και απεγνωσμένα αν μπορεί να με βοηθήσει, αν
υπάρχει κάπου, κάτι, που να φαίνεται πού είναι θαμμένος ποιος... Μια λίστα
ονομάτων; Ένας... χάρτης; Έστω κάτι... οτιδήποτε... Δεν ξέρω πώς να το πω... κι
ακόμα περισσότερο... δεν ξέρω πώς να το ρωτήσω... πώς να το ζητήσω... πώς να το
εξηγήσω...
Αν μπορεί κάποιος να με οδηγήσει
σε αυτόν τον τάφο, τον συγκεκριμένο τάφο που έψαχνα.
Αλλά δεν μπορούσε ούτε εκείνος να
με βοηθήσει.
Εκείνος.
Που έμοιαζε να είναι η τελευταία
μου ελπίδα.
Για να βρω το μνήμα.
Και να αφήσω το μήνυμα.
Ήθελα να αφήσω το μήνυμά μου στο
μνήμα.
Έπρεπε να αφήσω το μήνυμά μου στο
μνήμα!
Ένα γράμμα διαφορά έχουν το
μήνυμα και το μνήμα...
Κι αυτό το γράμμα βρισκόταν, αυτήν
τη στιγμή, στα χέρια μου...
Πώς θα αφήσω το μήνυμά μου, το
συγκεκριμένο μήνυμα, αν δεν βρω το μνήμα;
Πώς;
Και μετά... έτσι απλά... μετά από
τόση αναζήτηση... σαν να το πήρα απόφαση.
Δεν θα το έβρισκα ποτέ.
Σταμάτησα την περιφορά μου.
Κι εκεί, στη μέση των τάφων
άγνωστων Ανθρώπων,
γονάτισα,
κυριολεκτικά γονάτισα,
δεν με κρατούσαν τα πόδια μου
άλλο...
δεν άντεχε το σώμα μου...
κυρίως, δεν άντεχε η καρδιά
μου...
γονάτισα...
και γονατισμένη στη γη...
άρχισα να κλαίω... σαν να μην
υπήρχε αύριο...
εξάλλου, έτσι ένιωθα...
πως δεν υπάρχει αύριο...
Να κλαίω...
να κλαίω σαν μικρό παιδί...
Τι έκφραση κι αυτή!
Λες και δεν έχω δικαίωμα να κλαίω
αν δεν είμαι παιδί!
Παιδί...
Έτσι με είχαν αντιμετωπίσει!
Σαν μικρό παιδί!
Που και μικρό παιδί να ήμουν και
πάλι θα έπρεπε να μου το έχουν πει!
Όλη μου τη ζωή, ακόμα κι όταν
ήμουν παιδί, με αντιμετώπιζαν σαν να ήμουν μεγάλη και τη μοναδική φορά που είχε
πραγματικά σημασία για εμένα αποφάσισαν να με αντιμετωπίσουν σαν παιδί!
Τώρα!
Τώρα το θυμήθηκαν, που δεν ήμουν
παιδί πια!
Και καλά για να μην...
τι;
Μην πληγωθώ;
Μην πονέσω;
Η ζωή μου όλη ήταν ένας
ατελείωτος πόνος...
Και φαντάστηκαν πως αυτό θα με
πλήγωνε;
Αυτό θα με πονούσε;
Αυτό δεν θα άντεχα;
Που έχω αντέξει άλλα και άλλα...
Που έχω ζήσει άλλα και άλλα...
Φυσικά, θα με πονούσε!
Αυτό είναι το φυσικό!
Αυτό είναι το ανθρώπινο!
Ο θάνατος πονάει!
Έτσι πάει!
Αλλά και, φυσικά, θα το άντεχα.
Μια φορά με αντιμετώπισαν σαν
παιδί κι ήταν αυτή η μία φορά που είχε σημασία για εμένα να μην με
αντιμετωπίσουν έτσι...
Το μυαλό μου το λέει ξανά και
ξανά αυτό... Το επαναλαμβάνει γιατί δεν μπορεί με τίποτα να το αποδεχτεί.
Μου στέρησαν το δικαίωμα του να
είμαι εκεί.
Του να είμαι εδώ.
Και ούτε που μπορώ να βρω τώρα
πού είναι αυτό το εδώ.
Μου στέρησαν το να πω το «αντίο»
μου έτσι όπως εγώ θα ήθελα.
Να το πω όπως θέλω!
Μου στέρησαν το κλείσιμο έτσι
όπως το είχα ανάγκη εγώ! Εγώ!
Όχι κάποιος άλλος... Δεν ξέρω για
τους άλλους!
ΕΓΩ.
ΕΜΕΝΑ.
Μου στέρησαν το να είμαι στην
κηδεία...
Στην κηδεία της.
Στην δική της κηδεία.
Το να μπορώ να αποφασίσω εγώ το
αν θα πάω.
Που θα πήγαινα. Σίγουρα θα
πήγαινα.
Μου στέρησαν τη δική μου απόφαση.
Πώς μπόρεσαν να μου το κρύψουν;
Ήταν η δική μου φίλη.
Η ΦΙΛΗ ΜΟΥ.
Με ποιο δικαίωμα αποφάσισαν να
μου το κρύψουν;
Έγω ήμουν αυτή που πήγε στο
νοσοκομείο να τη δω!
Εγώ ήμουν αυτή που τη βίωσα κοντά
στο τέλος της... όσο μπόρεσα να την βιώσω... βλέποντάς την να επαναλαμβάνεται ή
ακόμα και να μη με αναγνωρίζει, κάποιες στιγμές...
Κι αυτό που είχα ζήσει, ίσως,
ήταν πιο σκληρό και από τον ίδιο τον θάνατο.
Μου στέρησαν το σημείο της λύτρωσης.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα... πώς
κρύβεις τον θάνατο από τη ζωή;! Όπως δεν μπορείς να κρύψεις τη ζωή από το
θάνατο... έτσι δεν μπορείς να κρύψεις και τον θάνατο από τη ζωή! Δεν κρὐβεται η
ζωή από το θάνατο. Κανένας μας δεν μπορεί να κρυφτεί από τον θανάτο! Το μόνο
σίγουρο είναι πως θα πεθάνουμε όλοι! Δεν κρύβεται ο θάνατος από τη ζωή! Δεν
μπορείς να κρύψεις από κάποιον πως πέθανε κάποιος. Θα το μάθει. Αργά ή γρήγορα,
θα το μάθει!
Από πάντα το έλεγα, από όταν
ήμουν παιδί, και τώρα δεν ήμουν παιδί κι ας με αντιμετώπισαν έτσι, πως είναι λάθος
των μεγάλων που κρύβουν θανάτους από τα παιδιά. Δεν το κάνουν για να μην
πονέσουν τα παιδιά. Το κάνουν για να μην πονέσουν οι ίδιοι. Οι ίδιοι κάτι δεν
μπορούν να διαχειριστούν. Οι ίδιοι δεν ξέρουν τι να κάνουν με τον δικό τους
πόνο. Το δικό τους συναίσθημα φοβούνται!
Μου στέρησαν τη διαδικασία μου...
Μου στέρησαν...
Είναι χάλια να είσαι έφηβος.
ΧΑΛΙΑ.
Παίρνουν σημαντικές αποφάσεις για
εσένα χωρίς να έχουν ιδέα τι είναι καλό για εσένα.
Κανείς τους δεν είχε ιδέα τι ήταν
καλό για εμένα.
Για εμένα το καλύτερο θα ήταν να
με έχουν ενημερώσει όταν πέθανε.
ΠΕΘΑΝΕ.
Όχι έφυγε.
ΠΕΘΑΝΕ.
Κι εγώ δεν το έμαθα!
Πώς είναι δυνατόν;
Επέλεξαν να μου το κρύψουν.
Γιατί είναι επιλογή.
Το επέλεξαν.
Και το έμαθα μετά από μήνες.
ΜΗΝΕΣ.
Και το έκαναν σε εμένα αυτό!
Σε εμένα και στην αδερφή μου!
Τις μοναδικές της πραγματικές
Φίλες στον κόσμο.
Γιατί φάνηκε στο τέλος ποιοι ήταν
οι «φίλοι» της.
Και δεν πήγαμε στην κηδεία της...
Εμείς.
ΕΜΕΙΣ.
Εμείς...
Δεν μπορούσα να σταματήσω να
κλαίω...
Με λυγμούς...
Κάποια στιγμή, σηκώθηκα.
Δεν θα έβρισκα ποτέ το σημείο...
Το σημείο μου...
Το σημείο της...
Δεν θα έβρισκα το μνήμα της...
Δεν θα άφηνα το μήνυμά μου...
Κι ήταν μια στιγμή απόφασης.
Δεν θα ρωτήσω κανέναν.
Δεν θα ζητήσω τίποτα από κανέναν.
Δεν θα ξαναψάξω πού είναι ο τάφος
της.
Δεν θα ξαναέρθω εδώ.
ΠΟΤΕ.
Περπάτησα παραπατώντας...
σαν σε λήθαργο...
Ο πόνος που ένιωθα δεν
περιγράφεται...
Σαν να είχαν σκίσει την καρδιά
μου...
Κατάφερα, με τα χίλια ζόρια, και
βρήκα την έξοδο...
Την έξοδο του λαβυρίνθου μου.
Βγήκα από το νεκροταφείο...
Εγώ δεν πίστευα στο θεό.
Εγώ δεν πίστευα σε θρησκείες.
Εγώ δεν πίστευα σε κηδείες.
Εγώ αν πέθαινα ίσως δεν θα έμπαινα στο
έδαφος.
Εγώ αν πέθαινα ίσως δεν θα επέστρεφα
στη γη.
Εκείνη, όμως;
Πίστευε.
Και ήθελα να είμαι εδώ.
Για εκείνη.
Για εμένα.
Για εμάς.
Για να την αποχαιρετήσω...
έτσι όπως θα ήθελε εκείνη κι έτσι
όπως θα της άξιζε...
Για να την τιμήσω...
να την τιμήσω...
Υπάρχουν, όμως, κι άλλοι τρόποι
να την τιμήσω...
Είχα σταθεί στην έξοδο.
Δεν το είχα καταλάβει αλλά απλά,
τόση ώρα, στεκόμουν και σκεφτόμουν.
Και...
Ξαφνικά...
Μου ήρθε μια ιδέα...
Γύρισα κι έτρεξα και πάλι μέσα
στο άδειο νεκροταφείο...
Δεν μου φαινόταν λαβύρινθος
πια...
Δεν αισθανόμουν χαμένη.
Δεν με ενοχλούσαν οι κύκλοι.
Δεν με εμπόδιζαν τα αδιέξοδα.
Δεν υπήρχε τίποτα να με μπερδέψει
πια.
Δεν υπήρχε τίποτα να με αγχώσει
πια.
Δεν με φόβιζε πια... ο χώρος, ο
χρόνος, το μέρος, η εποχή, η ζέστη, η κούραση, η κατάσταση...
Κι ήταν στιγμή συνειδητοποίησης.
Δεν έχει σημασία το σημείο...
Βρες ένα οποιοδήποτε σημείο...
Ένα λίγο πιο ψηλό σημείο;
Βρήκα ένα λοφἀκι... αλλά...
μάλλον όχι...
δεν χρειάζεσαι καν το λοφάκι...
Όλα τα σημεία είναι καλά...
Περπατώντας... ανάμεσα σε
άγνωστους τάφους...
ακολουθώντας τα ίδια βήματα μα με
άλλο συναίσθημα πια...
άρχισα να τραγουδάω το τραγούδι
μας...
Καμία απόγνωση...
Μόνο Αγάπη...
Αγάπη.
«Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε
μου...»
Κι άρχισα να πετάω λουλούδια
παντού...
«Και πάλι, Φίλε μου...»
Τα λουλούδια που είχα φέρει να
της αφήσω μαζί με το μήνυμά μου...
«Απόψε...»
Και που τα είχα σύρει μαζί μου σε
όλη τη χαμένη διαδρομή στο νεκροταφείο-λαβύρινθο...
«Λουλούδια ο κήπος επλημμύρισε...»
Τα λουλούδια μου τώρα πήγαιναν
παντού...
προς όλες τις κατευθύνσεις...
θα την έβρισκαν...
θα έφταναν και σε εκείνη...
«Έμπα και μύρισε και κόψε...»
Τα λουλούδια μου τα έλαβαν
όλοι...
Τόσο καλός Άνθρωπος που ήταν...
Το ίδιο θα ήθελε κι εκείνη...
Να μοιραστεί τα λουλούδια της...
Να μοιραστούμε το τραγούδι μας...
Και το τραγούδι μου το άκουσαν
όλοι...
οι μη ζωντανοί μα και... οι
ζωντανοί.
Νόμιζα πως ήμουν μόνη μου... Τόση
ώρα δεν είχα συναντήσει κανέναν πέρα από τον κυριούλη στο σπιτάκι...
Και τώρα, σαν από το πουθενά,
εμφανίστηκε μια γυναίκα...
μια μητέρα... με δακρυσμένα
μάτια...
«Mα, όμως, πρόσεξε να μη πληγωθείς...»
τραγούδησε εκείνη...
και το μικρό αγοράκι της δίπλα
έμεινε έκπληκτο και σιωπηλό κοιτάζοντάς την...
«κι από τα αγκάθια του να μην
τρυπηθείς...» συνέχισε να τραγουδάει...
ενώ,τώρα, με κοίταζαν και οι δύο
και με πλησίαζαν... μαζί...
Ήρθε
κοντά μου, αφήνοντας λίγο πιο πίσω το αγοράκι της...
Και
είπαμε μαζί ξανά τραγουδιστά τη φράση...
«Λιγά
λουλούδια αν θέλεις... στείλε μου... και πάλι, Φίλε μου, απόψε...»
Αυτές.
Αυτές είναι οι στιγμές για τις οποίες αξίζει να ζει κανείς.
Αυτές
είναι οι στιγμές και για τις οποίες αξίζει να πεθάνει κανείς.
Αυτή η
σύνδεση. Αυτό το μοίρασμα. Αυτή η ένωση.
Της
χαράς ή της λύπης...
Με
κοίταξε στα μάτια βαθιά και με αγκάλιασε...
Και
να’μαι εκεί, στον μεγαλύτερό μου πόνο να με αγκαλιάζει ένας ακόμα μεγαλύτερος
πόνος, το ένιωθα, ένας διαφορετικός πόνος...
Να με
αγκαλιάζει... μια μητέρα που...
«Κορίτσι
μου...» μου ψιθύρισε και έσπασε η φωνή της...
«Σε ευχαριστώ, κορίτσι μου...»
έκλαιγε με λυγμούς στην αγκαλιά μου, όπως έκλαιγα εγώ πριν λίγο... κι ένιωθα το
ασήκωτο βάρος, τον αβάσταχτο πόνο της... «Σε ευχαριστώ, για το τραγούδι σου...
Κορίτσι μου, είσαι άγγελος... είσαι άγγελος που κατέβηκε στη γη... Όποιον κι αν
έχασες είναι τυχερός που σε είχε στην ζωή του... Είσαι άγγελος... Έχασα την
κόρη μου...»
Μια μητέρα που...
έχασε το παιδί της...
Να με αγκαλιάζει...
«σαν κι εσένα... στην ηλικία
σου... σαν κι εσένα ήταν... Κοριτσάκι μου... Είσαι αγγελάκι... αγγελουδάκι... Άγγελος...
»
Το αγοράκι με κοιτούσε με απορία
και με συμπάθεια...
Σαν να συναντάει ένα περίεργο
πλάσμα από άλλο κόσμο...
«Θες να σε πάμε κάπου; Να σε
γυρίσουμε;»
Με ρώτησε η όμορφη γυναίκα με τα
γαλάζια μάτια της και τα ξανθά μαλλιά της...
Σε αυτήν την εικόνα... δεν ήμουν
εγώ που έμοιαζα με άγγελος...
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι...
«Τώρα... ξέρω τον δρόμο... Ευχαριστώ...
Κι αυτά δεν τα χρειάζομαι άλλο...»
Της ἐδωσα τα υπόλοιπα λουλούδια
μου... κρατώντας μόνο τον φάκελο γράμμα μου...
Και τρία λουλούδια...
Για τις τρείς μας.
Για τη Φιλία μας.
Η γυναίκα-μητέρα...
Με αγκάλιασε ξανά... Με φίλησε
στο μέτωπο...
Τη χαιρέτησα...
Και άρχισα να περπατάω...
Το ένα, από τα τρία λουλούδια, το
έδωσα στο αγοράκι φεύγοντας...
Γονάτισα ξανά... μα όχι για να
κλάψω αυτή τη φορά μα για να έρθει το βλέμμα μου στο ίδιο ύψος με το δικό
του...
«Όταν ήμουν σαν κι εσένα έχασα
έναν Αγαπημένο μου Άνθρωπο... όλοι μου έλεγαν πως θα περάσει... εγώ γνώριζα πως
δεν θα περάσει... ήξερα πως θα αλλάξει με το χρόνο αυτό που αισθάνομαι... αλλά
δεν θα περάσει... Δεν θα σου πω, λοιπόν, αυτό που μπορεί να σου λένε οι
άλλοι... θα σου πω αυτό που πιστεύω εγώ... Αυτό που νιώθεις τώρα; Μπορεί να μην
περάσει... Μπορεί να μην περάσει ποτέ... Όμως, πίστεψέ με, δεν θα είναι έτσι
όπως το νιώθεις τώρα... Θα είναι αλλιώς... κάπως αλλιώς... Δεν μπορώ να το
εξηγήσω... Δεν υπάρχουν λέξεις για αυτό... Θα είναι αλλιώς... Δεν είμαι
άγγελος... Άνθρωπος είμαι... και οι Άνθρωποι πονάνε... μα... συνεχίζουν να
Αγαπάνε... Το λουλούδι μου είναι η Αγάπη... η ίδια Αγάπη που ενώνει εσένα με
αυτήν που έχασες κι εμένα με αυτήν που έχασα... ακόμα κι όταν μαραθεί... δεν
πειράζει... είναι συμβολικό... σου το δίνω γιατί θέλω να θυμάσαι... πως...»
Και με ένα βλέμμα τα είπαμε
όλα...
«Σας Αγαπώ.»
του είπα...
τους είπα... γιατί όπως σηκώθηκα ανέβασα
το βλέμμα μου και στη μητέρα του...
Εκείνη με κοίταζε με Αγάπη και,
επείτα τον αγκάλιασε...
Αυτές είναι οι στιγμές για τις
οποίες αξίζει να ζεις.
Τους άφησα πίσω μου αγκαλιασμένους
να τραγουδάνε...
«Λίγα Λουλούδια αν θέλεις... στείλε
μου...»
Και να πετάνε τα υπόλοιπα
λουλούδια... γύρω τους...
Αυτές είναι οι στιγμές και για τις
οποίες αξίζει να πεθάνεις.
Βγήκα από το νεκροταφείο...
σαν να ήταν ό,τι πιο εύκολο το να
βγεις από το λαβύρινθο της ψυχής...
Ξαφνικά, δεν ένιωθα καθόλου
χαμένη.
Ήξερα ακριβώς τον δρόμο...
Τον δρόμο της Αγάπης.
Κι άρχισα να περπατάω μακριά από
τον κόσμο του θανάτου προς τον κόσμο της ζωής...
Ένας κόσμος, βέβαια, είναι.
Ενωμένος. Απλά άρχισα να περπατάω από τη μεριά του φωτός ξανά.
Συγνώμη, που δεν ήμουν μαζί
σου...
Δεν το ήξερα για να είμαι.
Δεν το έμαθα για να είμαι.
Αλλιώς θα ήμουν εδώ.
Δεν ξέρω πότε έγινε.
Ποια μέρα. Ποια ώρα.
Δεν έχει σημασία.
Θα σε τιμάω κάθε μέρα, κάθε ώρα.
Με αυτό που είμαι και με αυτό που
θα γίνω.
Αντίο, Φίλη μου...
Αντίο, ηλικιωμένη Φίλη μου...
Αντίο, Φιλεναδίτσα μου...
Θα σε τιμήσω,
θα σε τιμάω,
μαζί με την αδερφή μου,
θα σε τιμάμε,
όπως σου αξίζει...
Αντίο, Φιλεναδίτσα μας...
Σε Αγαπώ...
Σε Αγαπάμε...
Και συνέχισα στον δρόμο μου
πια...
Κρατώντας δύο λουλούδια στα χέρια
μου...
κι ένα γράμμα...
Δεν έχω χαθεί.
Ξέρω πού βρίσκομαι.
Ο προσανατολισμός υπαρκτός.
Η πορεία... εδώ.
Καταλαβαίνω προς τα πού να πάω.
Όλα μου φαίνονται όπως είναι.
Άλλοτε κάνω μικρότερους κι άλλοτε
μεγαλύτερους κύκλους, καταλήγοντας στα ίδια σημεία ξανά και ξανά.
Και δεν πειράζει.
Άλλοτε καταφέρνω να ξεφύγω από
τους κύκλους μου... μα δεν νιώθω χαμένη... Βρίσκομαι, όπου βρίσκομαι, όλα μου
φαίνονται όπως είναι... κι αν με οδηγούν, πού και πού, σε αδιέξοδα;
Δεν πειράζει.
Κύκλοι, δρόμοι, αδιέξοδα, ξανά
κύκλοι, ξανά αδιέξοδα.
Δεν πειράζει.
Σαν να είμαι σε έναν ατελείωτο
λαβύρινθο.
Λέγεται ζωή.
Με τις διαδρομές της...
και τα μονοπάτια της...
Δεν είμαι χαμένη.
Και υπάρχει κάποιος.
Εγώ.
Και υπάρχουν κι άλλοι.
Όσοι Αγαπώ και με Αγαπάνε.
Πριν να φτάσουμε στο θάνατο... ας
ζήσουμε τη ζωή μας.
Μέσα από την Αγάπη.
Θέλεις;
Θέλεις το ένα λουλούδι μου;

No comments:
Post a Comment