9/1/13

Ακούγοντας την φωνή σου



Να φοβάσαι να μείνεις
Μόνος σου
Με εσένα.

Μην τυχόν και ακούσεις
να σου λέει η φωνή σου
κάτι που δεν θα ήθελες να ακούσεις...

Μα τι σε οδήγησε
σε αυτό το τόσο τραγικό σημείο
να κρύβεσαι ακόμα
και από τον ίδιο σου τον εαυτό;

Τι είναι αυτό
που σε έκανε
να φοβάσαι;

Και είναι τόσο πιο φοβερό νομίζεις
και τόσο πιο φοβιστικό
το να ακούς την φωνή σου
από το να μην την ακούς;
Από το να πασχίζεις
με κάθε δυνατό τρόπο να ξεφύγεις από αυτήν;

Τι είναι αυτό
που πιστεύεις ότι θα σου πεις
που σε αγχώνει, που σε τρομάζει,
που σε τρομοκρατεί;

Τι είναι αυτό που μπορεί να σε σοκάρει;

Και γιατί δεν το ακούς πρώτα
για να δεις τι θα συμβεί...

Για να δεις
αν ο φόβος είναι πραγματικός φόβος...
αν το άγχος είναι πραγματικό άγχος...

Και αν είναι...
τότε να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα
έτσι όπως της αξίζει.
Κοιτάζωντάς την (κοιτάζωντάς σε) στα μάτια.

Αν, όμως, δεν είναι...
Την σκέφτηκες άραγε αυτήν την περίπτωση;
Το να σου πει η φωνή σου
κάτι άλλο από αυτό που περιμένεις να ακούσεις;

Τι ευχάριστη έκπληξη θα ήταν αυτή!

Να σου πεις κάτι διαφορετικό!
Κάτι πιο όμορφο ή πιο ήσυχο ή πιο ξεκούραστο...

Βέβαια, το ξέρω πως πιστεύεις
πως αυτό δεν θα συμβεί.

Για αυτό και φιμώνεις την φωνή σου.

Μα για να έρθει αυτό
το ό,τι πιο ωραίο
πρέπει πρώτα να έχεις το θάρρος
να αφήσεις την φωνή σου να εκτονωθεί.

Σε όλη της την ένταση.
Σε ό,τι τόνο θέλει.
Με όλη της την δύναμη.
Με ό,τι τρόπο θέλει.

Να την αφήσεις να ελιχθεί ελεύθερη...
Όπως εκείνη επιθυμεί.

Να ξεσπάσει.
Να βγει προς τα έξω.
Να εκφραστεί.

Και η φωνή σου στην αρχή
θα είναι τρικυμία
γιατί τόσο καιρό προσπαθούσες να την συγκρατήσεις κι εκείνη εξοργιζόταν.
Αλλά αν της επιτρέψεις
να σου μιλήσει
(αν σου επιτρέψεις να σου μιλήσεις)
θα δεις πως μετά το πρώτο αρχικό
αυθόρμητο και αυτονόητο ξέσπασμα
που θα σε πάρει και εσένα μαζί του
(γιατί όπου υπάρχει τρικυμία υπάρχουν και θυμωμένα κύματα και θα πρέπει να βρεθείς μέσα σε αυτά)
θα γεννηθεί...
κάτι λίγο πιο ήσυχο... και λίγο πιο γαλήνιο...

Θα το δεις...
Μα, κυρίως,
Θα το ακούσεις...

Και εκεί...
Εκεί θα πρέπει να ακούσεις ακόμα πιο προσεχτικά...

Γιατί αυτά που θα σου πει
σε εκείνο το σημείο
η φωνή σου
είναι τα πιο σημαντικά.
Τα πιο ουσιαστικά.
Τα πιο σπουδαία.
Τα πιο σοφά.

Και όλη η σοφία της ζωής
δεν φτάνει την σοφία της φωνής.

Και όλη η σοφία της ζωής
θα είναι μέσα στην σοφία της φωνής.

Αυτής της φωνής.
Της δικής σου.
Που μόνο εσύ μπορείς να ακούσεις,
αν τολμήσεις να αφεθείς στο να την ακούσεις.

Να μην φοβάσαι, λοιπόν,
την φωνή σου.

Να την αγαπάς.

Εξάλλου...

Μόνο με αυτήν την φωνή
θα μιλήσεις.
Μόνο με αυτήν την φωνή
θα τραγουδήσεις.
Μόνο με αυτήν την φωνή
θα ζήσεις.

Με την εσωτερική φωνή σου
που – πού και πού – θα την ταυτίζεις
με την εξωτερική...

Και όταν αυτό το «πού και πού»
θα γίνει «εδώ και εδώ», «τώρα και τώρα», «εδώ και τώρα»
κάθε στιγμή...

Θα ξέρεις πως ένωσες τις δύο φωνές σου.

Αυτήν που ακούν οι άλλοι
Και αυτήν που ακούς εσύ.

Δεν θα έχεις πια δύο φωνές.

Μα μία.

Μια γερή, δυνατή, αξιόλογη, αξιοπρόσεχτη φωνή.

Και τότε θα έρθουν χροιές και χρώματα, χρωματισμοί και αποχρώσεις...

Και η φωνή που κάποτε ένιωθες να σε πνίγει τώρα θα σε λυτρώνει...

Και όλα αυτά...

Επειδή θα τόλμησες
Να σε ακούσεις
Χωρίς να σε φοβηθείς.

Επειδή θα τόλμησες να μείνεις
Μόνος σου
Με εσένα.


8/30/13

Ενηλικοπαιδικότητα



Αρνείσαι να μεγαλώσεις γιατί δεν υπήρξες ποτέ παιδί...

Και, ως γνωστόν (ή άγνωστον), αυτοί οι άνθρωποι (που αρνούνται να μεγαλώσουν γιατί δεν υπήρξαν ποτέ παιδιά) μένουν σε ένα ενδιάμεσο στάδιο μικρόμεγάλου.

Ποτέ δεν ήταν παιδιά.
Και ποτέ δεν θα γίνουν ενήλικοι.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να κινούνται ανάμεσα στους ενήλικες (ή ακόμα και να μοιάζουν ή να μην μοιάζουν με αυτούς) ή να κινούνται ανάμεσα στα παιδιά (ή ακόμα και να μοιάζουν ή να μην μοιάζουν σε αυτά).

Βρίσκονται σε μια γέφυρα...
Διαρκώς γκρεμισμένη...
Και για αυτούς είναι απλά κέρδος, είναι θαύμα, το ότι κατάφεραν να γίνουν άνθρωποι...

Από την μια μεριά της γέφυρας είναι η παιδική ηλικία και από την άλλη η ενήλικη ζωή και στο κέντρο μια μόνιμη ούτε καν εφηβεία...

Μια μόνιμη ενηλικοπαιδικότητα...

Αν θέλεις, όμως, να αποχτήσεις την ευθύνη της ζωής σου...
Αν θέλεις να αποχτήσεις την ευθύνη του έαυτού σου...

Θα πρέπει να το πάρεις απόφαση.

Θα πρέπει να βρεις τρόπο να μεγαλώσεις.

Θα πρέπει να μεγαλώσεις.

Και έχω ένα μυστικό για εσένα.

Αυτό το παιδί που φοβάσαι ότι θα χάσεις, αυτό το παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ, που δεν υπήρξε για να μεγαλώσει, αυτό το παιδί που δεν υπήρξες ποτέ... δεν κινδυνεύεις να το χάσεις.

Μπορείς να μεγαλώσεις και να είσαι παιδί...
Αλλά όσο μένεις παιδί δεν θα μεγαλώσεις...



8/21/13

Ο εφιάλτης



Ξύπνησα τρομαγμένη στην μέση της νύχτας από τον εφιάλτη.

Είδα ότι την έχασα.

Πανικόβλητη σηκώθηκα και άρχισα να την ψάχνω.

Δεν ήταν πουθενά.

Δεν ήταν μέσα στα συρτάρια.
Δεν ήταν μέσα στα ντουλάπια.

Δεν ήταν πάνω από τα τραπέζια.
Δεν ήταν κάτω από τις καρέκλες.

Δεν ήταν στα ταβάνια.
Αλλά, ευτυχώς, δεν ήταν ούτε στα πατώματα.

Δεν ήταν σε κανένα σημείο κανενός τοίχου.
Δεν ήταν σε κανένα σημείο καμίας πόρτας.

Πήγα να ξαναξαπλώσω. Απεγνωσμένη.

Λες ο εφιάλτης να είναι αληθινός;

Ξάπλωσα. Απογοητευμένη.

Και ξαφνικά έστριψα το κεφάλι μου απότομα, ακόμα ξαπλωμένη, κάνοντας μια τελευταία απεγνωσμένη κίνηση κοιτάζοντας κάτω από το κρεββάτι.

Δεν ήταν ούτε εκεί.

Έβαλα το κεφάλι μου πάνω στο μαξιλάρι.
Έβαλα το χέρι μου κάτω από το μαξιλάρι.

Ήταν εκεί.

Όχι πάνω ή κάτω από το μαξιλάρι.

Ήταν εδώ.

Την ένιωσα να με διαπερνάει από άκρη σε άκρη.

Παρά τα όσα πέρασε.
Παρά τα όσα πέρασα.

Η αξιοπρέπειά μου...
Η ακεραιότητά μου...

Ήταν ακόμα εδώ.

Και τα μάτια μου άρχισαν να κλείνουν...

Αφού είναι ακόμα εδώ...
Μετά από όλα αυτά...
Το πιθανότερο δεν κινδυνεύει να χαθεί...
Δεν κινδυνεύω να την χάσω...

Είναι εδώ.
Και θα είναι.
Μαζί μου.
Για όσο της το επιτρέπω.
Για όσο της αφήνω χώρο να υπάρχει.

Και κοιμήθηκα...

Ακριβώς την στιγμή που ο ήλιος άρχισε να βγαίνει...

Και ένιωσα την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων να ανατέλλει...

Και να φωτίζει όλο τον κόσμο του ήθους...


8/11/13

Το Όνειρό μου



Η Δασκάλα μας ζήτησε να γράψουμε σε ένα χαρτάκι το Όνειρό μας.

Ήμασταν λίγα άτομα, νομίζω επτά...

Όλοι έγραψαν σε ένα χαρτάκι το όνειρό τους και το έδωσαν.

Εγώ, όμως, δεν έβρισκα χαρτάκι... Έψαχνα ανάμεσα στα ανακατεμένα χαρτιά μου για να βρω ένα μικρό λευκό χαρτάκι να γράψω το Όνειρό μου...

Δεν έβρισκα ούτε Όνειρο... Έψαχνα ανάμεσα στα ανακατεμένα Όνειρα μου να βρω ένα μικρό λευκό Όνειρο να καταγράψω στο χαρτάκι μου...

Δεν ήξερα τι να γράψω... Δεν ήξερα πού να το γράψω...

Ψάχνωντας για το πού να το γράψω άρχιζε να εμφανίζεται το τι...

Σκεφτόμουν να γράψω...

«Θα ήθελα να έχω το δικό μου θέατρο.»

(Ένα Όνειρο που κάποια στιγμή το είχα γράψει και στην πραγματικότητα...)

Όμως ένιωθα πως πια δεν με εκφράζει... Και ήθελα να βρω ένα Όνειρο που να ισχύει με ακρίβεια στο σήμερα...

Τελικά, άρχισα να γράφω...

«Θα ήθελα να έχω τον χώρο, τον χρόνο και το χρήμα για να στηρίξω ανθρώπους, να βγάλω στο φως την αξία τους, να αξιοποιήσω το ταλέντο τους, να... »

Προσπαθούσα να βρω τις κατάλληλες λέξεις να γράψω το Όνειρό μου. Οι φράσεις μου ακόμα δεν με ικανοποιούσαν... Ήθελα να γράψω κάτι σε σχέση με την αξία των ανθρώπων αλλά δεν ήξερα πώς ακριβώς να το διατυπώσω... Εκνευριζόμουν... Δεν ένιωθα ικανοποιημένη ούτε με αυτό το Όνειρο... Παρόλα αυτά... Ο χρόνος με πίεζε και με περιόριζε... Έπρεπε να γράψω το Όνειρό μου... Έπρεπε να γράψω έστω... ένα όνειρό μου... Να επιλέξω απλά ένα όνειρο και να το γράψω... Δεν έσβηνα... Δεν μουτζούρωνα... Απλά έγραφα γιατί κάτι έπρεπε να γραφτεί...

Με το που άρχισα να γράφω δεν μπορούσα να σταματήσω... αλλά δεν μπορούσα να γράψω και όλα όσα ήθελα να γράψω... Επειδή δεν είχα βρει χαρτάκι έγραφα το Όνειρό μου στο κενό στο κάτω μέρος μια σελίδας ενός βιβλίου και επειδή μου τελείωσε ο χώρος εκεί, συνέχισα να γράφω στο κενό στο κάτω μέρος της διπλανής σελίδας του ίδιου βιβλίου και μου τελείωσε ο χώρος και εκεί...

Δεν χωρούσε το Όνειρο στο κάτω μέρος δύο σελίδων ενός βιβλίου...

Δεν έβρισκα χώρο να χωρέσω το Όνειρό μου...

Σταμάτησα να γράφω... Νιώθωντας την πίεση του χρόνου... Αφού όλοι οι άλλοι είχαν ήδη γράψει και δώσει τα όνειρά τους... Ήθελα να βρω ένα χαρτάκι για να αντιγράψω το Όνειρό μου... Δεν γινόταν να δώσω το βιβλίο στην Δασκάλα... Ούτε γινόταν να διαβάσω εγώ το Όνειρό μου μέσα από το βιβλίο γιατί θα φαινόταν ποιανού ήταν το όνειρο και δεν έπρεπε να φανεί... Σκέφτηκα μήπως να ζητούσα να το διαβάσει η Δασκάλα από το βιβλίο... αλλά και πάλι... Τόσο που είχα καθυστερήσει... Όλοι θα γνώριζαν ποιανού είναι το όνειρο... Αν δινόταν σε βιβλίο και όχι σε χαρτάκι...

Η αναζήτηση του μικρού χαρτιού άρχισε και πάλι... Στο χάος των βιβλίων και των χαρτιών μου να μην μπορώ να βρω ένα μικρό λευκό χαρτάκι... Όποιο χαρτάκι έπιανα είχε ήδη κάτι γραμμένο επάνω... Κάποιο όνομα... Κάποιο τηλέφωνο... Κάποια σημείωση... Κάποιο ρητό... Κάτι οτιδήποτε... Όλα ήταν γραμμένα...

Η Δασκάλα περίμενε εμένα...

Και εγώ έψαχνα και έψαχνα και έψαχνα αλλά δεν έβρισκα τίποτα... Κανένα καθαρό χαρτάκι...

Και η Δασκάλα σταμάτησε να με περιμένει...

Και άρχισε να διαβάζει τα όνειρα των άλλων...

Και εγώ ένιωθα πως ο χρόνος μου τελειώνει...

Έπρεπε να βρω το Όνειρό μου... Πριν να διαβαστούν όλα τα όνειρα...

Σκέφτηκα να της δώσω απλά το βιβλίο και δεν πειράζει, ό,τι γίνει, τουλάχιστον να διαβαστεί και το δικό μου Όνειρο... αλλά ξαφνικά δεν μπορούσα να βρω το Όνειρό μου ούτε μέσα στο βιβλίο... Δεν έβρισκα τις σελίδες...

Απεγνωσμένη άκουγα την Δασκάλα να διαβάζει τα όνειρα των άλλων... ψάχνωντας το δικό μου...

Κατάλαβα πως κρατούσα λάθος βιβλίο... Μέσα στον πανικό μου ανάμεσα στα χαρτιά και στα βιβλία κάπου μέσα σε αυτό το αγχωτικό ψάξιμο, δεν ξέρω πώς, είχε βρεθεί άλλο βιβλίο στα χέρια μου... Πήρα το άλλο βιβλίο... αυτό που νόμιζα πως ήταν το σωστό... Αλλά ούτε εκεί έβρισκα το Όνειρό μου...

(Και τα δύο βιβλία ήταν βιβλία διάσημων ζωγράφων με πίνακες ζωγραφικής... για αυτό είχα μπερδευτεί... Δύο βιβλία... Δύο ζωές... Δύο διάσημοι Ζωγράφοι... Πολλοί πίνακες ζωγραφικής... Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά... Σε όλες αυτές τις λέξεις και τις εικόνες... Ένα Όνειρο... Το δικό μου...)

Να προσπαθώ να θυμηθώ...

Σε ποιο βιβλίο, σε ποιες σελίδες, έγραψα το Όνειρό μου;

Γυρνούσα τις σελίδες...

Από την αρχή στο τέλος...
Και...
Από το τέλος στην αρχή...

Και ακούγοντας τα Όνειρα των άλλων...

Και ψάχνωντας το Όνειρό το δικό μου...

Σχεδόν...

Πριν καν ξεκινήσει...

Τελείωσε το Όνειρό μου...


Ξύπνησα...

Και ένιωσα...

Μια απογοήτευση που το δικό μου Όνειρο... Ούτε βρέθηκε... Ούτε διαβάστηκε... Ούτε ακούστηκε... Ούτε πραγματοποιήθηκε...

Μόνο γράφτηκε... Και αυτό ούτε που συνέβηκε ολοκληρωμένα... Μισογράφτηκε...

Και ακόμα δεν μου φαινόταν να είναι σωστά διατυπωμένο... «Θα ήθελα να έχω τις γνώσεις!» Σκεφτόμουν... «Τις γνώσεις για να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώπους!» «Α! Και θα ήθελα να έχω και τον τρόπο! Τον τρόπο μετάδοσης αυτών των γνώσεων!» «Θα ήθελα να έχω... Αυτό που θα ήθελα να έχω... Είναι... Όχι, όχι «Έχω»... «Είμαι»... Θα ήθελα να είμαι... Αυτό που θα ήθελα να είμαι... Είναι... » Μα ακόμα και τώρα... Και πάλι... Δεν ήμουν ικανοποιημένη με το Όνειρό μου... Σαν να μην μπορώ να το διατυπώσω σωστά...


Ξύπνησα...

Και ένιωσα...

Χωρίς (κανένα) Όνειρο...




7/27/13

Η (δια)θεση μου


«Γιατί κάθισες σε αυτήν την θέση;» με ρώτησε ο Δάσκαλος.

Και εγώ υποχρεώθηκα να παρατηρήσω την θέση μου, μέσα στον χώρο και μέσα στον κόσμο, και να απαντήσω, να προσπαθήσω να απαντήσω, σε αυτό το περίεργο «γιατί»...

Είχα κάτσει πίσω πίσω, στην πιο ψηλή κερκίδα ακριβώς στο κέντρο. Στην αρχή η πρώτη μου αίσθηση ήταν πως απλά συνέβηκε τυχαία και δεν υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος που κάθισα σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο. Δεν ήθελα να σκεφτώ, δεν ήθελα να αναλύσω, δεν ήθελα να φιλοσοφήσω, δεν ήθελα να αυτοψυχολογηθώ, δεν ήθελα τίποτα... Ήθελα απλά να απαντήσω «Έτυχε.». Όμως ήξερα πως αυτή η απάντηση δεν θα γινόταν δεκτή – αποδεκτή και, επίσης, γνώριζα πως δεν ήταν και απόλυτη αλήθεια. Γιατί τώρα που ήμουν υποχρεωμένη να εξετάσω την επιλογή μου σαν απλός παρατηρητής συνειδητοποίησα πως η εσωτερική μου διάθεση είχε τους λόγους της που με οδήγησε σε αυτήν την εξωτερική θέση... Η διάθεσή μου ευθύνονταν για την θέση μου... Ή μήπως η θέση μου ευθύνονταν για την διάθεσή μου;...

«Γιατί κάθισες σε αυτήν την θέση;» με ρώτησε ξανά ο Δάσκαλος γιατί νόμισε πως δεν τον είχα ακούσει.

Και εγώ απάντησα, προσπάθησα να απαντήσω, σε αυτό το, όχι πια και τόσο περίεργο, «γιατί»...

«Γιατί... Είμαι σε ένα στάδιο της ζωής μου που μου αρέσει να παρατηρώ τους πάντες και τα πάντα. Ενώ είμαι «ανοιχτή»,νιώθω πως είμαι «ανοιχτή», ταυτόχρονα, έχω και την ανάγκη από μια αποστασιοποίηση. Αυτή η αποστασιοποίηση με βοηθάει, με προστατεύει, με κάνει να νιώθω ασφάλεια. Θεωρώ πως διάλεξα αυτό το σημείο πίσω πίσω, ψηλά ψηλά, γιατί αυτό ταιριάζει στην τωρινή διάθεσή μου. Από εδώ βλέπω τα πράγματα από μακρυά και μπορώ να τα παρατηρήσω από απόσταση. Από εδώ μπορώ να γίνω ένας μικρός θεός ή ένας μεγάλος άνθρωπος και να επεξεργαστώ τα όσα συμβαίνουν σε βάθος μα τολμώντας να αφήσω τον έαυτό μου απ’ έξω. Θεωρώ πως διάλεξα το κεντρικό σημείο γιατί δεν νιώθω πια καμία ανάγκη να κρυφτώ. Δεν επιλέγω πια τις γωνίες. Όχι τόσο συχνά όσο παλιά. Μόνο όταν συνειδητά θέλω να γίνω αόρατη, και να περάσω όσο γίνεται απαρατήρητη, τις επιλέγω. Στο κέντρο νιώθω σταθερότητα. Και δύναμη. Και σιγουριά. Είμαι πίσω πίσω, ψηλά ψηλά, κέντρο κέντρο, για να σας βλέπω όλους. Για να είμαι σίγουρη πως δεν χάνω τίποτα και κανέναν. Ούτε αντικείμενα – Ούτε ανθρώπους. Κάθισα με την πλάτη μου στον τοίχο για να μπορώ να έχω σε ευθεία την σπονδυλική μου στήλη. Και επέλεξα να μην κάθεται κανείς μπροστά μου για να μπορώ να τεντώνω τα πόδια μου αν χρειαστεί να κάτσω πολύ ώρα εδώ, επειδή με πονάνε τα γόνατά μου και ήθελα να είμαι σίγουρη πως δεν θα αφήσω τον πόνο να επικρατήσει. Επέλεξα να μην έχω κανέναν δεξιά και αριστερά μου για να έχω περισσότερο χώρο, περισσότερο αέρα. Ήξερα πως κανείς δεν θα επιλέξει αυτές τις κεντρικές θέσεις που, συνήθως, μένουν κενές. Έχω ανάγκη από τον προσωπικό μου χώρο. Και ήθελα να έχω αέρα γύρω μου, μπροστά και στα πλάγια. Για να μπορώ να αναπνεύσω. Αλλά το βασικότερο από όλα... Το βασικότερο από όλα είναι... Κάθισα εδώ για να είμαι όσο πιο μακρυά από εκείνην γίνεται... Κάθισα εδώ για να είμαι όσο πιο μακρυά από την σκηνή γίνεται... Μέχρι να ξαναβρώ την σχέση μου με αυτήν νιώθω την ανάγκη να μείνω μακρυά της...»

«Ωραία... Πολύ ωραία...» είπε ο Δάσκαλος. «Ανέβα τώρα στην σκηνή. Κοίταξε το σημείο που καθόσουν. Και με την φαντασία σου τοποθέτησε τον έαυτό σου εκεί.»

Κατέβηκα από τις κερκίδες.
Ανέβηκα στην σκηνή.

Κοίταξα τον φανταστικό έαυτό μου.
Στην φανταστική μου θέση.

«Τι βλέπεις;» με ρώτησε ο Δάσκαλος.

«Βλέπω... πως... Είναι γελοίο... Αλλά... Βλέπω... πως δημιούργησα μια μικρή σκηνή... μια μικρότερη σκηνή... Το φως πέφτει πιο δυνατό εκεί, σαν προβολέας... Δεν το είχα προσέξει αυτό... Πάντα κυνηγάω το φως για να μπορώ να κρατάω σημειώσεις αλλά... Αυτό... Αυτό το φως... Αυτή η θέση... Είναι... Σαν μια μικρή σκηνή...»

«Ακριβώς!» είπε ο Δάσκαλος. «Αυτή η θέση είναι μια μικρή σκηνή. Κοίταξε τους άλλους. Πώς κάθονται; Είναι σαν να μαζεύτηκαν γύρω σου. Σαν κοινό. Σαν θεατές. Ούτε καν σαν ηθοποιοί. Κοίταξε την στάση στα σώματά τους. Παρατήρησέ τους. Εγώ έφτιαξα αυτήν την θέση, εγώ άλλαξα σήμερα το πρωί ένα από τα φώτα να χτυπάει, διακριτικά λίγο περισσότερο, εκείνη ακριβώς την θέση. Ήθελα να δω ποιος θα καθίσει εκεί. Φαντάσου την έκπληξή μου όταν είδα ότι από όλους, εσύ πήγες και κάθισες εκεί. Νομίζω πως αυτό είναι το σημερινό σου μάθημα. Όσο μακρυά και να κάτσεις από την σκηνή σου δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτήν. Εκείνη θα έρθει να σε βρει. Δεν ήθελες να βρίσκεσαι κοντά στην μεγάλη σκηνή και για αυτό δημιούργησες την μικρή σκηνή σου χωρίς να το καταλάβεις. Ήθελα να σου το πω... Έχω δει την πάλη σου τον τελευταίο καιρό... Και αυτό που θέλω να σου τονίσω είναι... Η σκηνή δεν είναι κάτι έξω από εσένα. Είναι κάτι μέσα σε εσένα. Κάτι που το κουβαλάς και που το δημιουργείς γύρω σου κάθε στιγμή. Φοβάσαι να ανέβεις στην σκηνή και δεν έχεις καταλάβει πως ήδη βρίσκεσαι μέσα σε αυτήν. Στο κέντρο του ανύπαρκτου φόβου σου! Στο κέντρο της υπαρκτής σκηνής σου!»

Έγω έμεινα ακίνητη και αμίλητη.

«Ωραία... Πολύ ωραία...» είπε ξανά ο Δάσκαλος. «Κατέβα τώρα από την σκηνή. Κοίταξε το σημείο που στεκόσουν. Και με την φαντασία σου τοποθέτησε τον έαυτό σου εκεί.»

Κατέβηκα από την σκηνή.
Ανέβηκα στις κερκίδες.

Κοίταξα τον φανταστικό έαυτό μου.
Στην φανταστική μου θέση.

«Το βλέπεις;» με ρώτησε ο Δάσκαλος.

Κάτω στην πραγματική μεγάλη σκηνή ο φανταστικός έαυτός μου που στεκόταν τώρα δεν μου φαινόταν και τόσο διαφορετικός από τον πραγματικό έαυτό μου που καθόταν τώρα πάνω στην φανταστική μικρή σκηνή...

Ενώθηκαν οι δύο σκηνές. Έφυγαν οι αποστάσεις. Έγιναν μία.
Ενώθηκαν και οι δύο εαυτοί. Έφυγαν οι αντιστάσεις. Έγιναν ένας.

Και ο φόβος εξαφανίστηκε.
Και η σκηνή εμφανίστηκε.

Και βρέθηκα σαν ένας εαυτός, στο κέντρο μιας σκηνής.
Και βρέθηκα σαν μια μόνο ψυχή, σε μια μόνο σκηνή.

«Γιατί κάθισες σε αυτήν την θέση;» με ρώτησε ξανά ο Δάσκαλος.

«Γιατί είναι η Σκηνή μου.» απάντησα και ένιωθα τα μάτια μου να λάμπουν!

Και είδα τον Δάσκαλο να χαμογελάει... Και ένιωσα όλους μας να κάνουμε μια κίνηση προς τα μπροστά... Γιατί δεν είχαμε δει ποτέ ξανά τον Δάσκαλο να χαμογελάει... Και ήταν σαν να θέλαμε να σιγουρευτούμε πως όντως χαμογελούσε...

Και, ναι, ήταν χαμόγελο... Αυτό στο πρόσωπό του ήταν χαμόγελο...

Και είχε τον ήχο χειροκροτήματος... Αυτό το χαμόγελο...

Και μετά βγήκε από την τάξη χωρίς να μας πει τίποτα άλλο...


7/13/13

Από την μέρα ως την νύχτα



Σήμερα ένιωσα πως δεν είμαι ηθοποιός.

Σήμερα ξύπνησα και η αναπνοή μου δεν ήταν σωστή.
Σήμερα σηκώθηκα και όλο μου το σώμα ήταν σφιγμένο.
Σήμερα έκανα κινήσεις περιττές και χωρίς κανένα σκοπό.
Σήμερα δεν είχα καμία οικονομία στην ενέργειά μου.
Σήμερα ο λόγος μου έβγαινε φτωχός, αδύναμος και μη αρθρωμένος. Φάλτσος και παρατονισμένος.
Σήμερα το βλέμμα μου μη εστιασμένο και η συγκέντρωσή μου αφηρημένη.
Σήμερα η έκφρασή μου χωρίς ενδιαφέρον και η σκέψη μου χωρίς φαντασία.
Σήμερα απουσίαζε η δομή.
Σήμερα δεν υπήρξε ούτε καν αποδόμηση.
Σήμερα περπάτησα, κάθισα, έτρεξα, συνάντησα άλλους ανθρώπους, μίλησα, άκουσα, συζήτησα και δεν παρατήρησα τίποτα. Τα άφησα όλα να μου ξεφύγουν, τα άφησα όλα να με προσπεράσουν.
Σήμερα πέρασε η μέρα και δεν έμαθα τίποτα καινούριο.
Σήμερα άφησα την ζωή να περάσει χωρίς να την ζήσω.

Σήμερα ένιωσα πως δεν είμαι καλλιτέχνης.
Σήμερα ένιωσα πως δεν αξίζω να λέγομαι ηθοποιός.

Και μετά ανέβηκα στην σκηνή μου...

Και η αναπνοή μου έγινε σωστή.
Και το σώμα μου ξεσφίχτηκε.
Και οι κινήσεις μου έγιναν συγκεκριμένες και με σκοπό.
Και η ενέργειά μου έγινε τόση ακριβώς όση χρειάζομαι.
Και ο λόγος μου βγήκε πλούσιος, δυνατός και αρθρωμένος. Καθόλου φάλτσος και καθόλου παρατονισμένος.
Και το βλέμμα μου εστιασμένο και η συγκέντρωσή μου μη αφηρημένη.
Και η έκφρασή μου με ενδιαφέρον και η σκέψη μου με φαντασία.
Και η δομή πήρε παρουσία.
Και η αποδόμηση δεν χρειάστηκε να υπάρξει.
Και περπάτησα, κάθισα, έτρεξα, συνάντησα άλλους ανθρώπους, μίλησα, άκουσα, συζήτησα επί σκηνής παρατηρώντας την κάθε στιγμή. Τίποτα δεν μου ξέφυγε, τίποτα δεν με προσπέρασε.
Σήμερα πέρασε η νύχτα και έμαθα κάτι καινούριο.
Σήμερα άφησα την ζωή να περάσει χωρίς να την ζήσω μα και πάλι την έζησα.

Σήμερα ένιωσα πως είμαι καλλιτέχνης.
Σήμερα ένιωσα πως αξίζω να λέγομαι ηθοποιός.

Σήμερα ένιωσα πως είμαι ηθοποίος.


7/7/13

Το δάκρυ



Και αυτό το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό σου,
να μην τολμάς να το δεις.
Και αυτό το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό σου,
να μην μπορείς να το ζεις.
Και αυτό το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό σου,
να είναι πάντα εκεί.

Αληθινό ή Ζωγραφιστό
Ζωγραφιστό ή Αληθινό
Αυτό είναι το δικό σου το δάκρυ.

Ζωγραφιστό ή Αληθινό
Αληθινό ή Ζωγραφιστό
Αυτό είναι το δικό σου το δάκρυ.

Και αυτό το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό σου,
να μην τολμάω να το δω.
Και αυτό το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό σου,
να μην μπορώ να το ζω.
Και αυτό το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό σου,
να είναι πάντα εκεί.

Αληθινό ή Ζωγραφιστό
Ζωγραφιστό ή Αληθινό
Αυτό είναι το δικό σου το δάκρυ.

Ζωγραφιστό ή Αληθινό
Αληθινό ή Ζωγραφιστό
Αυτό είναι το δικό σου το δάκρυ.

Αρλεκινός ή Άνθρωπος, όπως κι αν είσαι, Σε αγαπώ.
Άνθρωπος ή Αρλεκίνος, όποιος κι αν είσαι, Σε αγαπάω.

Άνθρωπος ή Αρλεκίνος, όπως κι αν είσαι, Σε αγαπώ.
Άρλεκίνος ή Άνθρωπος, όποιος κι αν είσαι, Σε αγαπάω.

Και αυτό το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό σου,
να είναι εσύ.
Και αυτό το δάκρυ που κυλάει στο μάγουλό σου
να είσαι εσύ.

Να είσαι εσύ...
Να είσαι εσύ...